Παντολέων Σκάγιαννης | Ιδιωτικοποιήσεις υποδομών και φυσικές καταστροφές

Με αφορμή την πρόσφατη κακοκαιρία και τα προβλήματα που δημιούργησε στη λειτουργία σημαντικών υποδομών (ιδίως στο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο) στην Αττική και αλλού, το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς δημοσιεύει την ανάλυση του Παντολέοντα Σκάγιαννη, δρ. Αρχιτέκτονα, Χωροτάκτη-Πολεοδόμου και αφυπηρετήσαντος καθηγητή Πολιτικής των Υποδομών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με τίτλο “Ιδιωτικοποιήσεις υποδομών και φυσικές καταστροφές”.

Στην ανάλυση, η οποία δημοσιεύεται στο πλαίσιο των θεματικών Οικονομία-Παραγωγή-Βιώσιμη Ανάπτυξη και Περιβάλλον-Κλιματική Κρίση-Οικολογία, ο Π. Σκάγιαννης παρουσιάζει το ρόλο των υποδομών στο πλαίσιο των Γενικών Συνθηκών ή (Όρων) της Παραγωγής, εξηγεί τα κίνητρα του κεφαλαίου να επενδύουν σε αυτές, αλλά και τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν σε σύγκριση με την παραγωγή μέσων κατανάλωσης ή την παραγωγή άλλων μέσων παραγωγής. Επίσης, ο Π. Σκάγιαννης υπενθυμίζει την πορεία των ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα και αναλύει τους παράγοντες που διευκόλυναν την υλοποίησή τους, ενώ εξηγεί τα χαρακτηριστικά των καταστροφών και τα στάδια που περιλαμβάνονται στον “κύκλο των καταστροφών”, εντοπίζοντας τα σημεία αστοχίας τόσο των ιδιωτικοποιημένων όσο και των δημόσιων υποδομών.

Στο πλαίσιο των παραπάνω και στη βάση της ανάλυσής του, ο Π. Σκάγιαννης υπογραμμίζει : “Στην περίπτωση των φυσικών καταστροφών δεν είναι μόνο η ιδιωτικοποιημένηυποδομή που εμφανίζει προβλήματα λόγω της διστακτικότητας του κεφαλαίου να υπερβεί τον εαυτό του (και την αδυναμία του κάθε μεμονωμένου κεφαλαίου να δράσει σε επίπεδο διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής), αλλά και το ίδιο το κράτος στις καθαρά μέχρι σήμερα κρατικές δομές (π.χ. στην οδό Μεσογείων στην «Ελπίδα», στις κοίτες των ποταμών που «έσπασαν» στη Θεσσαλία στον «Ιανό», κ.λπ.), και βέβαια ως προς τον μελλοντικό προγραμματισμό-σχεδιασμό των θιγεισών περιοχών ή και υποδομών. Το ζήτημα εδώ δεν είναι εάν υπάρχει σχετική νομοθεσία (που πάντα μπορεί να βελτιώνεται και να επικαιροποιείται), αλλά εάν εφαρμόζεται και με ποιο τρόπο και εάν υπάρχουν οι υλικοί και ανθρώπινοι πόροι, συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής επιστημονικής υποστήριξης, και η αποτελεσματική οργανωσιακήετοιμότητα για την πρόληψη και αντιμετώπιση των καταστροφών, όπως επίσης και εάν υπάρχουν έγκαιρα καταρτισμένα τοπικάσχέδια και εάν αυτά και σε ποιο επίπεδο έχουν συνέργεια με τα πάσης φύσεως πολεοδομικά και χωροταξικά σχέδια και τους εκάστοτε οικοδομικούς κανονισμούς“. Όπως τονίζει, “ο κατάλογος [των αναγκαίων μέτρων] μπορεί να είναι μεγάλος και εξαρτάται από τη λεπτομέρεια που μπορεί κανείς να καθορίσει ως επίπεδο αναφοράς. Οι όποιες τέτοιες προγραμματικές δεσμεύσεις δεν είναι αυτονόητες, καθώς το πεδίο λήψης των αποφάσεων εξ αντικειμένου είναι συγκρουσιακό ως προς τους πόρους και το πρόσημο της προγραμματικής ανάταξης. Το Ελληνικό κράτος όμως φαίνεται να αντιμετωπίζει προβλήματα σε αυτά τα επίπεδα […]”.

Καταλήγοντας, ο συγγραφέας σημειώνει: “Εν κατακλείδι, η πολυπλοκότητα αυξάνεται, η κλιματική κρίση εντείνεται, η επιστήμη προχωρά και αναζητά νέες λεπτομέρειες και βαθύτερα ζητήματα, η τεχνολογία καλπάζει. Όλα αυτά χρειάζονται συνεχή βελτίωση των δημόσιων δομών (σε υλικούς και ανθρώπινους πόρους). Οι καταστροφές πλήττουν πλην των άλλων και τις ΓΣΠ&Υ –που και αυτές με τη σειρά τους είναι πλέον όλο και περισσότερο σύνθετα συστήματα για τα οποία οι αποφάσεις οι σχετικές με τις καταστροφές πρέπει να λαμβάνονται, και μάλιστα επ’ ωφελεία του δημόσιου συμφέροντος, από την ίδια τη φάση του σχεδιασμού τους ώστε να μειώνονται οι αβεβαιότητες και το ρίσκο μετά την υλοποίηση. Σε ποιο βαθμό όμως αυτό μπορεί να συμβαίνει σε ένα πλαίσιο επιδίωξης του μέγιστου κέρδους ή/και ενός ελλειμματικού (μελλοντικού) κρατικού σχεδιασμού, που είναι αποτέλεσμα της «παράλυσης» του κράτους υπό την καθολική εσωτερική πίεση του κεφαλαίου, των παραδοσιακών παθογενειών του και  της αποδιάρθρωσης των μηχανισμών του;“.

 

Download (PDF, Unknown)