Η μελέτη την οποία δημοσίευσε πρόσφατα το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, με τίτλο “Η ζώνη της επισφάλειας στην Ελλάδα. Εμπειρίες και προτάσεις πολιτικής”, παρουσιάστηκε και σχολιάστηκε την Πέμπτη 30/9 σε διαδικτυακή συζήτηση με ομιλήτριες/ομιλητές:

– την Έφη Αχτσιόγλου, βουλευτή και τομεάρχη Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και πρώην υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,
– την Αθηνά Βαλαμβού, νομικό, προϊσταμένη του Τμήματος Συντονισμού Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Κεντρικής Μακεδονίας του ΣΕΠΕ,
– την Μαρία Καραμεσίνη, καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρώην πρόεδρο και διοικήτρια του ΟΑΕΔ και μέλος του ΔΣ του ΙΝΠ και
– τον Πάνο Κορφιάτη, αναλυτή επιχειρησιακών δεδομένων, πρώην ειδικό γραμματέα του ΣΕΠΕ και μέλος της ομάδας που συνέγραψε τη μελέτη.

Την συζήτηση συντόνισε ο Φοίβος Κλαυδιανός, δημοσιογράφος Realnews/Kontra Channel, ενώ τη συγγραφική ομάδα της μελέτης αποτελούν, εκτός του Πάνου Κορφιάτη, οι Θεανώ Κακουλίδου, οικονομολόγος, μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Κυριάκος Μελίδης, υποψήφιος διδάκτορας Κοινωνιολογίας και Μυρτώ Τουρτούρη, υποψήφια διδάκτορας Οικονομικών της Εργασίας, με επιστημονικούς συμβούλους τον Γιάννη Κουζή, καθηγητή Εργασιακών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και Απόστολο Καψάλη, μεταδιδακτορικό ερευνητή και επιστημονικό συνεργάτη του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ.

Email Image

Αναλυτικά:

Παρουσίαση της μελέτης από τον Π. Κορφιάτη

  • Γυναίκες, νέοι, μετανάστες και εργαζόμενοι με χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο τα πρώτα θύματα
  • Διεύρυνση της ζώνης της επισφάλειας κατά την περίοδο 2009-2014 και μετατροπή της σε κανονικότητα
  • Ανάγκη πολύπλευρης προσέγγισης του ζητήματος της επισφάλειας και μέτρα πολιτικής σε τέσσερις άξονες: Ασφάλεια στην εργασία, Ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων, Ρύθμιση του χρόνου εργασίας, Ενίσχυση του κοινωνικού κράτους.

 

Παρουσιάζοντας τα βασικά ευρήματα και προτάσεις της μελέτης, ο Πάνος Κορφιάτης, ανέφερε ότι η επισφάλεια διακρίνεται τόσο από τη σταθερή και προστατευμένη ζώνη της ενσωμάτωσης όσο και από τη ζώνη του κοινωνικού αποκλεισμού και χαρακτηρίζεται από εναλλαγές μεταξύ άτυπης εργασίας και περιόδων ανεργίας, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι αν και η αφετηρία της επισφάλειας βρίσκεται στη σχέση εργασίας του προσώπου, αποτελεί ευρύτερο φαινόμενο και πρέπει να την αναλύουμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Όπως είπε, για παράδειγμα, “βιώνει διαφορετικά την επισφάλεια ένας νέος εργαζόμενος στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης, που έχει όμως στήριξη από τους γονείς του και την προοπτική μιας καλύτερης θέσης εργασίας στο μέλλον, και διαφορετικά ένας εργαζόμενος που μπορεί να καταλαμβάνει μια καλή θέση στην αγορά εργασίας, αλλά οι πιέσεις από την έλλειψη κοινωνικού κράτους και πολιτικών στη στέγη, στην παιδική φροντίδα, στην υγεία, του θέτουν επιπλέον υποχρεώσεις και έξοδα και τον οδηγούν να βιώνει έντονη επισφάλεια στην καθημερινή ζωή“.

Σύμφωνα με τον Π. Κορφιάτη, η συγγραφική ομάδα της μελέτης, αναλύοντας στατιστικά στοιχεία από τα μέσα της δεκαετία του 2000 έως και το 2019, διέκρινε τρεις περιόδους στην εξέλιξη του φαινομένου της επισφάλειας στη χώρα μας, υπογράμμισε ωστόσο ότι σημείο καμπής υπήρξε η οικονομική κρίση. Όπως σημείωσε, “το εύρος των αλλαγών που αυτή έφερε μας οδήγησε από μία κατάσταση στην οποία η επισφάλεια ήταν κυρίως περιφερειακό φαινόμενο – που αφορούσε κυρίως του νέους, τις γυναίκες, τους μετανάστες – σε μία κατάσταση πολύ γενικευμένης επισφάλειας“.

Αναλυτικότερα, από τους δείκτες της περιόδου, προκύπτει αφ’ ενός μία τάση εμβάθυνσης της επισφάλειας για όσους ανήκαν ήδη στα πιο ευάλωτα στρώματα, όπως αποτυπώνεται από την υψηλότερη ανεργία, τα μεγαλύτερα ποσοστά μερικής και προσωρινής απασχόλησης και τους χαμηλότερους μισθούς σε νέους, γυναίκες και εργαζόμενους χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου, αφ’ ετέρου μια παράλληλη και συμπληρωματική διεύρυνση της επισφάλειας σε νέα και μέχρι τότε προστατευμένα στρώματα, αφού παρατηρείται μία έντονη κίνηση εξίσωσης προς τα κάτω, με φαινόμενα όπως οι υψηλότεροι ρυθμοί ανεργίας και μείωσης μισθών στον ανδρικό πληθυσμό, παρασύροντας δηλαδή τμήματα που βρίσκονταν στον πυρήνα των εργασιακών σχέσεων.

Η μείωση των μισθών και η αύξηση της ανεργίας έφτασε στο χειρότερο σημείο της το 2013/2014. Αντίθετα, η περίοδος 2015-2019 είναι η περίοδος κατά την οποία παρατηρούμε, σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, κάποια θετικά αποτελέσματα: αύξηση του μέσου μισθού κατά 4,3%, σημαντική μείωση του κινδύνου φτώχειας και μείωση της ανεργίας κατά 9 μονάδες. Όπως σημείωσε, ο Πάνος Κορφιάτης, βέβαια, η έκταση και η διάχυση της επισφάλειας στην Ελλάδα θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια την έννοια της κανονικότητας, αφού η επισφάλεια “από εξαίρεση μετατρέπεται σε κοινωνική νόρμα“.

Σε ό,τι αφορά την περίοδο της πανδημίας – αν και τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ακόμη περιορισμένα – η μελέτη καταγράφει μια σημαντική αύξηση του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού, μια διπλή τάση μείωσης των εισοδημάτων, είτε μέσω μείωσης των ωρών εργασίας, είτε με μείωση των αποδοχών ανά ώρα απασχόλησης και μια άρση ή σχετικοποίηση προηγούμενων προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Ως προς τα μέτρα πολιτικής για τον περιορισμό της ζώνης της επισφάλειας, η μελέτη επισημαίνει, όπως υπογράμμισε ο Π. Κορφιάτης, ότι “προϋπόθεση για την αποτελεσματική καταπολέμηση της επισφάλειας είναι μια πολύπλευρη προσέγγιση μεγάλης κλίμακας με βασικές προτεραιότητες την επαναρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την επαναθεμελίωση της έννοιας της κοινωνικής προστασίας, ενώ οι συγκεκριμένες προτάσεις στις οποίες καταλήγει ταξινομούνται σε τέσσερις βασικούς άξονες παρέμβασης:

  • την ασφάλεια στην εργασία,
  • την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων,
  • τη ρύθμιση του χρόνου εργασίας και
  • την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους.

Διαβάστε τη σύνοψη της μελέτης και τις προτάσεις πολιτικής πατώντας εδώ.

Η παρέμβαση της Έφης Αχτσιόγλου

  • Δεν πρέπει να βλέπουμε την επισφάλεια ως μια αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά ως μια πολιτική επιλογή.
  • Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ανακόπηκε η τάση απορρύθμισης και συμπίεσης των μισθών.
  • Μέριμνα της σημερινής κυβέρνησης ήταν να αναιρέσει γρήγορα όσα νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και εν συνεχεία να προχωρήσει την απορρυθμιστική οδό από εκεί που την είχε αφήσει.
  • Προτεραιότητα η διαμόρφωση ενός πολιτικού σχεδίου, το οποίο θα βλέπει ότι μόνο μέσα από την αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων μπορεί κανείς να συζητήσει τη γενικότερη βελτίωση της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης στον τόπο, οπτική που ασπάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλες προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη.

 

H αξία της μελέτης “Η ζώνη της επισφάλειας στην Ελλάδα. Εμπειρία και προτάσεις πολιτικής”τονίστηκε ιδιαίτερα από την Έφη Αχτσιόγλου, βουλευτή και τομεάρχη Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά και πρώην υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία υπογράμμισε τη σημασία διασύνδεσης της επιστημονικής γνώσης και τεκμηρίωσης με την εφαρμοσμένη πολιτική και την προσπάθεια βελτίωσης της καθημερινότητας των εργαζομένων στην Ελλάδα.

Η Έφη Αχτσιόγλου στάθηκε ειδικότερα στην πολιτική διάσταση του φαινομένου της επισφάλειας, τονίζοντας ότι αυτό δεν πρέπει να το αντιμετωπίζει κανείς ως απλώς μια “αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά ως μια πολιτική επιλογή“. Όπως σημείωσε, “από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και κυρίως από το 2000 και μετά, αυτό που κυριαρχεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως επιλογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων που επικράτησαν ήταν η συμπίεση του ορίου των αναγκών της εργατικής τάξης, επιλογή η οποία υπηρετείται από τις πολιτικές απορρύθμισης και από την ενίσχυση της επισφάλειας“. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, “αρκεί κανείς να αναρωτηθεί με τι θα ήταν ευχαριστημένος ένας εργαζόμενος το 2000 και με τι είναι ευχαριστημένος σήμερα. Τα πράγματα συνεχώς χειροτερεύουν ως προς το τι ορίζεται ως ανάγκη ενός εργαζομένου και τι ικανοποιεί αυτή την ανάγκη“.

Ειδικότερα για την ελληνική περίπτωση, η Έφη Αχτσιόφγλου υπογράμμισε ότι αυτή η πορεία κορυφώθηκε από το 2010 και μετά με αφορμή την οικονομική κρίση. είτε μέσα από την αφαίρεση δικαιωμάτων που μέχρι τότε ήταν δεδομένα (π.χ. σε σχέση με τις απολύσεις, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, το χρόνο εργασίας, τα επιδόματα κ.λπ.) είτε με ευθεία επίθεση στο μισθό, όπως ήταν η μείωση του κατώτατου μισθού και η δημιουργία του υποκατώτατου μισθού. Όπως υπενθύμισε, η απορρυθμιστική αυτή πορεία ανακόπηκε στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αν και σημείωσε ότι “θα ήταν κανείς υπεραισιόδοξος αν έλεγε ότι βελτιώθηκε ραγδαία το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων την περίοδο 2015-2019, αλλά υπήρξε ανακοπή αυτής της απορρυθμιστικής τάσης“.

Κωδικοποιώντας δε τις βασικές παρεμβάσεις που έγιναν κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η Έφη Αχτσιόγλου στάθηκε στα εξής : Πρώτον, αποκαταστάθηκαν ορισμένα βασικά εργατικά δικαιώματα, που είχαν προηγουμένως αφαιρεθεί, όπως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Δεύτερον, καλύφθηκαν κενά που ουδέποτε είχαν νομοθετηθεί, όπως για παράδειγμα με τη νομοθετική κάλυψη των εργολαβικών εργαζομένων ή με τις ρυθμίσεις για τη δήλωση και πληρωμή των υπερωριών και την τήρηση των ωραρίων. Και τρίτον, έγινε ευθεία παρέμβαση στην αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του υποκατώτατου. Ως “πρόσθετο αλλά πολύ σημαντικό” εργαλείο σε αυτή την προσπάθεια, τέλος, η Έφη Αχτσιόγλου ανέφερε το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, αφού “και τον καλύτερο νόμο να έχεις, αν δεν υπάρχει ένας μοχλός επιβολής και τήρησής του στην πράξη, δεν έχει κανένα νόημα“, όπως είπε χαρακτηριστικά.

Σε σχέση με τη σημερινή διακυβέρνηση, η Έφη Αχτσιόγλου κατηγόρησε τη Νέα Δημοκρατία ότι “όταν εκλέχθηκε το 2019 στην ουσία ξαναέπιασε το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει, για να μπορέσει να συνεχίσει το έργο της συμπίεσης των μισθών“. Σύμφωνα με την ίδια, μέριμνα της σημερινής κυβέρνησης ήταν να αναιρέσει γρήγορα όσα νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ (λ.χ. βάσιμος λόγος απόλυσης, προστασία εργολαβικών εργαζόμενων, ΣΣΕ) και εν συνεχεία να προχωρήσει την απορρυθμιστική οδό από εκεί που την είχε αφήσει. Όπως εκτίμησε δε η Έφη Αχτσιόγλου, “η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής, ως ένας δικαιολογητικός λόγος να γίνουν ακόμη πιο γρήγορα αυτές οι παρεμβάσεις και σε μεγαλύτερο βάθος“, αναφέροντας ως παραδείγματα την παρέμβαση στο χρόνο εργασίας και τη θεσμοθέτηση νέων μορφών επισφάλειας, όπως η εκ περιτροπής εργασίας, με αποκορύφωμα την πρόσφατη κατάργηση του οκταώρου και τις απλήρωτες υπερωρίες.

Σε σχέση με το τι μπορεί σήμερα να γίνει, η Έφη Αχτσιόγλου επισήμανε ότι “το δύσκολο σήμερα είναι να πείσεις τον κόσμο της εργασίας ότι η εργασιακή του πραγματικότητα μπορεί να βελτιωθεί“, καθώς η κυρίαρχη τάση είναι η διαρκής επιδείωνση των πραγμάτων και η επισφάλεια έχει μετατραπεί σε νόρμα. Με αυτή την έννοια έθεσε ως προτεραιότητα τη διαμόρφωση ενός πολιτικού σχεδίου, το οποίο θα βλέπει, όπως είπε, ότι “μόνο μέσα από την αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων μπορεί κανείς να συζητήσει τη γενικότερη βελτίωση της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης στον τόπο“, μια οπτική που ασπάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλες προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη.

Δείτε το βίντεο της εκδήλωσης:

 

 

Η παρέμβαση της Αθηνάς Βαλαμβού

  • Φόβος, αγωνία, ανυπομονησία, αίσθημα ματαίωσης, απουσία προοπτικής, παραίτηση, θυμός, καχυποψία τα βασικά ψυχολογικά συμπεριφορικά χαρακτηριστικά των επισφαλώς εργαζόμενων.
  • Σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές τάσεις και τις προσπάθειες σε χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, η ελληνική τοποθέτηση στο θέμα της ψευδο-απασχόλησης των εργαζόμενων σε ψηφιακές πλατφόρμες.
  • Μιλάμε για ένα νέο κύκλο επισφάλειας – αυτό που ίσως ο μελλοντικός μελετητής περιγράψει ως μεταπανδημικό μοντέλο επισφάλειας.
  • Σημαντική η πρόταση για ενίσχυση του ΣΕΠΕ σε ανθρώπινο δυναμικό, με διασφάλιση της οργανωτικής, επιχειρησιακής και οικονομικής αυτοτέλειας. 

 

Την εμπειρία της από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας σε σχέση με τα ζητήματα που θίγονται από τη μελέτη, αλλά και συμπληρωματικές προτάσεις που προκύπτουν από την πρακτική προσπάθεια εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας μοιράστηκε στην παρέμβασή της η Αθηνά Βαλαμβού, νομικός, προϊσταμένη του τμήματος Συντονισμού Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Κεντρικής Μακεδονίας του ΣΕΠΕ.

Σύμφωνα με την ίδια, “το ανησυχητικό είναι ότι τα δομικά στοιχεία της επισφάλειας διαχρονικά τείνουν να μετασχηματίζονται από εξαίρεση σε κανόνα“, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της μερικής απασχόλησης, το οποίο, όπως είπε “διαφημίστηκε ως μια ευκαιρία ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας ειδικών πληθυσμιακών κατηγοριών, όπως οι φοιτητές και οι μητέρες, και τελικά κατέληξε μια νόρμα όπου δεν προκρίνεται η βούληση και η εξυπηρέτηση του εργαζόμενου, αλλά μάλλον εξυπηρετεί τον τρόπο οργάνωσης της επιχείρησης – και αυτό είναι το καλό σενάριο – ή αποτελεί το υπόβαθρο για την υποδηλωμένη εργασία, που είναι το κακό σενάριο“.

Ιδιαίτερη μνεία έκανε δε στις επιδράσεις της επισφάλειας στην ψυχολογία και στις διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις των εργαζόμενων, τονίζοντας ότι “αν επιχειρήσω να σας μεταφέρω τις προσωπικές μας εμπειρίες από τους εργαζόμενους που διαβιούν σε καθεστώς εργασιακής επισφάλειας με τους οποίους ερχόμαστε σε στενή επικοινωνία, θα έλεγα ότι τα βασικά ψυχολογικά συμπεριφορικά χαρακτηριστικά που ανακύπτουν είναι φόβος, αγωνία, ανυπομονησία, αίσθημα ματαίωσης, απουσία προοπτικής, παραίτηση, θυμός, καχυποψία“.

Ως προς τα δομικά, όπως τα χαρακτήρισε, χαρακτηριστικά της επισφάλειας, η Αθηνά Βαλαμβού περιέγραψε αναλυτικά τις προσπάθειες για τη μετατροπή της αδήλωτης εργασίας σε δηλωμένη, στεκόμενη ιδιαίτερα στο σχέδιο δράσης που ξεκίνησε το 2017 και κατέληξε στον νόμο 4554/2018, καθώς και σε άλλες πλευρές που συνδέονται με την εργασιακή επισφάλεια, υπογραμμίζοντας ότι η υποδηλωμένη εργασία, οι απλήρωτες υπερωρίες και οι παραβάσεις που αφορούν τα χρονικά όρια εργασίας εξακολουθούν να είναι πρώτες στη λίστα.

Σχετικά με το εξαιρετικά επίκαιρο ζήτημα των εργαζόμενων στις ψηφιακές πλατφόρμες, η Αθηνά Βαλαμβού αντιπαρέβαλε τις ευρωπαϊκές προσπάθειες να διατυπωθούν προτάσεις προς τα κράτη μέλη για τον περιορισμό της ψευδο-απασχόλησης προς την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία αρχικά απέφυγε στη σχετική εγκύκλιο του 2020 να πάρει επίσημη θέση, ενώ με τον νόμο 4808/2021 εισάγεται “ρητά και ξεκάθαρα“, όπως είπε, “τεκμήριο υπέρ της μη εξαρτημένης εργασίας όταν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις, σε πλήρη αναντιστοιχία με το μαχητό τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας που ισχύει στην ασφαλιστική νομοθεσία” και σε αντίθεση με προσπάθειες που γίνονται σε χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία.

Καταλήγοντας, μετά και την εμπειρία της πανδημίας, η Αθηνά Βαλαμβού σημείωσε : “Αυτό που μένει ως επίγευση όλων όσων βιώσαμε και βιώνουμε κατά την πανδημία είναι μια ανασφάλεια για το τι θα ακολουθήσει. Η παραβατικότητα, όπως είδαμε, στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, όχι μόνο δεν περιορίστηκε, αλλά βρήκε και νέο πεδίον δόξης λαμπρό. Εάν προσθέσουμε στην εικόνα το τι περιμένουμε την επαύριο, τότε μάλλον θα μιλάμε για ένα νέο κύκλο επισφάλειας – αυτό που ίσως ο μελλοντικός μελετητής περιγράψει ως μεταπανδημικό μοντέλο επισφάλειας“. Γι’ αυτό και στο σκέλος των προτάσεων η ίδια σχολίασε ότι “ένα σημαντικό αντίβαρο στην επισφάλεια είναι η διαφάνεια“, ενώ μοιράστηκε τη χαρά της για το ότι η πρώτη πρόταση που διατυπώνεται από τη μελέτη είναι η ενίσχυση του ΣΕΠΕ σε ανθρώπινο δυναμικό, με διασφάλιση της οργανωτικής, επιχειρησιακής και οικονομικής αυτοτέλειας.

 

Η παρέμβαση της Μαρίας Καραμεσίνη

  • Σημαντική για την κατανόηση του φαινομένου της επισφάλειας η έννοια του πρεκαριάτου.
  • Δομικά στην ελληνική αγορά εργασίας έχουμε αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία από το μεσοπόλεμο μέχρι τις μέρες μας και αυτό αναπαράγεται συνειδητά από την κρατική ανοχή απέναντι σε αυτή την παραβατικότητα.
  • Βασικός στόχος των μνημονίων ήταν να αποδυναμώσουν τα προστατευμένα τμήματα της εργατικής τάξης και να επιφέρουν και μια ουσιαστική αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος – στόχο τον οποίο έρχεται να υλοποιήσει ο πρόσφατος νόμος Χατζηδάκη.
  • Αισιόδοξο το ότι έχει έρθει στην επιφάνεια αυτό που ονομάζουμε αόρατη επισφάλεια από ομάδες επισφαλών εργαζομένων και αναπτύσσονται αγώνες κατά της επισφάλειας, με δύο εμβληματικά κινήματα, αυτό των εργαζομένων στον πολιτισμό και αυτό των εργαζόμενων στις πλατφόρμες.

 

Τον κύκλο των τοποθετήσεων με αφορμή τη μελέτη “Η ζώνη της επισφάλειας στην Ελλάδα. Εμπειρία και προτάσεις πολιτικής” έκλεισε η Μαρία Καραμεσίνη, καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρώην πρόεδρος και διοικήτρια του ΟΑΕΔ και μέλος του ΔΣ του ΙΝΠ.

Από την πλευρά της η Μαρία Καραμεσίνη τόνισε τη σημασία της μελέτης γιατί δίνει την ευκαιρία να συζητήσουμε την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα, όχι από τη σκοπιά, όπως είπε, των εργοδοτών, που ενδιαφέρονται κατά βάση για τη μείωση του κόστους εργασίας, αλλά από τη σκοπιά των εργαζομένων, δηλαδή μέσα από τα αποτελέσματα που είχε αυτή η απορρύθμιση στις συνθήκες εργασίας και στη ζωή των εργαζομένων.

Ως προς το αναλυτικό σχήμα της διαρκούς διεύρυνσης του πεδίου της επισφάλειας, το οποίο χρησιμοποιεί η μελέτη, η Μαρία Καραμεσίνη το χαρακτήρισε – παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις – ως χρήσιμο για να κατανοήσουμε “τη ρευστότητα μεταξύ των διαφορετικών ζωνών που υπάρχουν στην αγορά εργασίας“. Η Μαρία Καραμεσίνη στάθηκε επίσης ιδιαίτερα στην έννοια του πρεκαριάτου, υπενθυμίζοντας ότι οι επισφαλώς εργαζόμενοι αποτελούν ένα ετερογενές σύνολο από ομάδες οι οποίες βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση της επισφαλούς και αβέβαιης εργασίας, της έλλειψης σταθερού επαγγέλματος, της αστάθειας αποδοχών της στέρησης κοινωνικών δικαιωμάτων κ.λπ., αλλά και της υπερχρέωσης.

Επίσης, επισήμανε τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, οι όποιες υπαγορεύουν, σύμφωνα με την ίδια, και τις δομικές ευελιξίες που του αντιστοιχούν. Αναλυτικότερα, ως προς το μεταπολεμικό εργασιακό πρότυπο, η Μαρία Καραμεσίνη σημείωσε ότι αυτό διέφερε σημαντικά από αυτό της πλήρους σταθερής και ρυθμισμένης μισθωτής απασχόλησης που ίσχυε στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες εκείνη την εποχή, δηλαδή τις μεταπολεμικές δεκαετίες μέχρι και την δεκαετία του 1970. Στην Ελλάδα, είχαμε ήδη από τότε κάτι διαφορετικό, αφού οι παραδοσιακές μορφές είναι η αυτοαπασχόληση, η βοηθητική απλήρωτη εργασία στην οικογενειακή επιχείρηση από μέλη της, η εποχική εργασία, η οποία συνδέεται με την εξειδίκευση της ελληνικής οικονομίας, στην οικοδομή, στην εστίαση και στον τουρισμό, στην κονσερβοποιΐα, στη βιομηχανία καπνού και γενικότερα στη βιομηχανία τροφίμων. Έτσι, σύμφωνα με την Μαρία Καραμεσίνη, “δομικά στην ελληνική αγορά εργασίας έχουμε αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία από το μεσοπόλεμο μέχρι τις μέρες μας και αυτό αναπαράγεται συνειδητά από την κρατική ανοχή απέναντι σε αυτή την παραβατικότητα“.

Σε σχέση με τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, η Μαρία Καραμεσίνη σημείωσε ότι “ο κύριος όγκος της ευελιξίας και της επισφάλειας αναπτύχθηκε στις παρυφές του επίσημου συστήματος εργασιακών σχέσεων, δηλαδή αναπτύχθηκαν τα γνωστά μπλοκάκια, χρησιμοποιήθηκε η αυτοαπασχόληση, η ψευδο-αυτοαπασχόληση ως μέτρο ευελιξίας”. Σχετικά, η Μαρία Καραμεσίνη σημείωσε επίσης τη σημασία της ανάλυσης των στοιχείων γύρω από την επισφάλεια με βάση την καταγωγή των εργαζομένων, ώστε να εντοπίζονται και τα στοιχεία που αφορούν τους μετανάστες.

Σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, η Μαρία Καραμεσίνη επισήμανε ότι τα μνημόνια αποτέλεσαν “μια δραστική επέμβαση για πλήρη ανατροπή του εργασιακού μοντέλου”, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, αφού – σύμφωνα με την ίδια – “η δραστική μείωση του εργατικού κόστους, η εσωτερική υποτίμηση που ήταν ένας από τους δύο βασικούς στόχους των μνημονίων“. Κατά την εκτίμησή της, βασικός στόχος των μνημονίων ήταν να αποδυναμώσουν τα προστατευμένα τμήματα της εργατικής τάξης και να επιφέρουν και μια ουσιαστική αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος – στόχο τον οποίο έρχεται να υλοποιήσει, σύμφωνα με την Μαρία Καραμεσίνη, ο πρόσφατος νόμος Χατζηδάκη.

Περαιτέρω, όπως εκτίμησε η ίδια, οι ασφαλέστεροι δείκτες για την αποτίμηση του μεγέθους της επισφάλειας στην Ελλάδα είναι η ανεργία, η μείωση των μισθών και του βιοτικού επιπέδου και η φτωχοποίηση των νοικοκυριών (ειδικά το ποσοστό εργαζόμενων φτωχών), και μόνο δευτερευόντως η μερική απασχόληση. Επιπλέον δε η Μαρία Καραμεσίνη ανέφερε ότι είναι σημαντικά τα ποιοτικά στοιχεία, όπως η εντατικοποίηση της εργασίας, η ανασφάλεια, τα ωράρια, η μη καταβολή δεδουλευμένων κ.λπ., που αποτελούν σύμφωνα με την ίδια “το αόρατο κομμάτι της επισφάλειας“.

Τέλος, σε σχέση με την περίοδο της πανδημίας, η Μαρία Καραμεσίνη επισήμανε ότι κατά τη φάση αυτή “γενικεύεται η εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων, δίνεται δικαίωμα στους εργοδότες να επιβάλλουν μονομερώς τους όρους εργασίας“, κάτι που, όπως είπε, είναι μεγάλος παράγοντας επισφάλειας. Παράλληλα, όπως υπενθύμισε, αίρεται η προστασία από την Επιθεώρηση Εργασίας, μειώνονται οι αμοιβές λόγω αναστολών και μείωσης του χρόνου εργασίας και, κυρίως, η επισφάλεια – ή, ορθότερα, η ανασφάλεια – “αγκαλιάζει όχι μόνο τους μισθωτούς, αλλά εκατοντάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους και επικεφαλής επιχειρήσεων, μαζί με τους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους στις μικρές επιχειρήσεις“.

Ωστόσο, η Μαρία Καραμεσίνη έκλεισε την παρέμβασή της με ένα στοιχείο αισιοδοξίας, υπενθυμίζοντας ότι “έχει έρθει στην επιφάνεια αυτό που ονομάζουμε αόρατη επισφάλεια από ομάδες επισφαλών εργαζομένων και αναπτύσσονται αγώνες κατά της επισφάλειας“, με δύο εμβληματικά κινήματα, αυτό των εργαζομένων στον πολιτισμό και αυτό των εργαζόμενων στις πλατφόρμες, τα οποία σύμφωνα με την ίδια αποδεικνύουν ότι “μπορούν να αναπτυχθούν κοινωνικές δυνάμεις που θα αντιστρατεύονται την εμπέδωση της επισφάλειας“.