Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 21/10/2020 στο ieidiseis.gr με αφορμή την κυκλοφορία των Εκλογικών Τάσεων #5

 

Πολλοί φορείς – είτε ερευνητικοί είτε δημοσιογραφικοί (π.χ.Politico) – καταγράφουν και δημοσιεύουν μια «δημοσκόπηση των δημοσκοπήσεων» (pollofpolls), στην οποία αποτυπώνονται τα διαχρονικά ευρήματα όλων των δημοσιευμένων ερευνών.

Η προσέγγιση αυτή έχει δύο πλεονεκτήματα : αφ’ ενός, είναι πιο διαφωτιστική από τη «φωτογραφία της στιγμής» κάθε μεμονωμένης δημοσκόπησης, αφ’ ετέρου, η άντληση δεδομένων από όλες τις εταιρίες αμβλύνει στρεβλώσεις που προέρχονται από τη μεθοδολογική «μεροληψία» κάθε μεμονωμένης εταιρίας.

Με την ίδια σκέψη – και παίρνοντας υπόψη ότι συχνά οι δημοσκοπήσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης με όρους εντυπωσιασμού και όχι ουσίας – το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς ξεκίνησε πριν ακριβώς ένα χρόνο, αμέσως μετά τις εθνικές εκλογές του 2019, την περιοδική έκδοση με τίτλο Εκλογικές Τάσεις, η οποία περιλαμβάνει μια ελληνική «δημοσκόπηση των δημοσκοπήσεων» πάνω σε ορισμένους σταθερούς και καθιερωμένους δείκτες (ικανοποίηση από την κυβέρνηση καιτην αντιπολίτευση, καταλληλότερος πρωθυπουργός, δημοτικότητα πολιτικών αρχηγών, πρόθεση ψήφου και συσπείρωση/μετακινήσεις των ψηφοφόρων των κομμάτων), μαζί με την ανάλυση των χαρακτηριστικών κάθε χρονικής περιόδου και μια απόπειρα ερμηνείας των τάσεων που καταγράφονται.

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε η 5η έκδοση των Εκλογικών Τάσεων, η οποία περιλαμβάνει τα δεδομένα της περιόδου από το τέλος Μαΐου μέχρι και το τέλος Σεπτεμβρίου. Στα συμπεράσματα της έκδοσης αυτής σημειώσαμε, μεταξύ άλλων, ότι «το τέλος του lockdown σήμανε την υποχώρηση του αρχικού ενθουσιασμού και την συνάντηση της ελληνικής κοινωνίας με τη σκληρή πραγματικότητα. Οι εστίες της πανδημίας δεν έχουν σβήσει, η οικονομία δύσκολα θα πάρει μπροστά, ενώ τα ελληνοτουρκικά με την επανεκκίνηση των διερευνητικών εντολών μπορεί να παίξουν καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις, καθώς η κυβερνητική πολιτική ακόμα ταλαντεύεται ανάμεσε σε “εθνικιστικούς λεονταρισμούς” και “άγνωστες συμφωνίες”.

Η ελληνική κυβέρνηση – όπως είναι και η τάση διεθνώς – κρίνεται πλέον από τα συγκεκριμένα πεπραγμένα της». Παρουσιάσαμε δε την οριζόντια πτώση, μεγαλύτερη ή μικρότερη, των δημοσκοπικών επιδόσεων της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, στον αντίποδα της τάσης συσπείρωσης «γύρω από τη σημαία» του προηγούμενου διαστήματος : Κατά 11,9 μονάδες στην ικανοποίηση των πολιτών από την κυβέρνηση, 8,1 μονάδες στη δημοτικότητα του Κ. Μητσοτάκη, 2,9 μονάδες στην καταλληλότητά του για πρωθυπουργός, 2,8 μονάδες στην πρόθεση ψήφου προς τη Νέα Δημοκρατία και 2,7 μονάδες στη συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας.

Τι σημαίνει όμως αυτή η τάση, πέρα από το πρώτο επίπεδο του τρέχοντος κομματικού ανταγωνισμού;

Πρώτα απ’ όλα, είναι ενδεικτική του δομικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η σημερινή κυβέρνηση και έχει να κάνει με την κοινωνική συμμαχία στην οποία στηρίχθηκε στο δρόμο προς την εκλογική της επικράτηση. Η πολυσυλλεκτικότητα είναι ένας πειρασμός που δύσκολα αποφεύγει ένα κόμμα στο δρόμο προς την κυβέρνηση, στην περίπτωση ωστόσο της Νέας Δημοκρατίας το φαινόμενο αυτό προσέλαβε μάλλον πρωτοφανείς διαστάσεις.

Η συνάρθρωση φιλελεύθερων και κεντρώων με «μακεδονομάχους» ή ακραία συντηρητικούς, το «κλείσιμο του ματιού» μέσω του ιδεολογήματος περί «μεσαίας τάξης» σε μικρομεσαίους και μισθωτούς που θεώρησαν ότι η κυβέρνηση επρόκειτο να βελτιώσει την οικονομική τους θέση, την ίδια στιγμή που έφερνε τον ίδιο τον ΣΕΒ στο επίκεντρο του επιτελικού κράτους, μπορεί να αποδείχθηκαν εκλογικά ωφέλιμες επιλογές, όμως δεν αντέχουν στην αναμέτρησή τους με την πραγματικότητα των κυβερνητικών πεπραγμένων.

Εξάλλου, η πτωτική τάση προϋπήρξε της πανδημίας και μας είχε κάνει να μιλάμε για «τέλος της περιόδου χάριτος» ήδη από τον περασμένο Ιανουάριο, κάμφθηκε προσωρινά μπροστά στην αιφνίδια κρίση του κορονοϊού, αλλά και των ελληνοτουρκικών σχέσεων, επανέρχεται όμως σταδιακά.

Έπειτα, η τάση αυτή δείχνει τα όρια της επικοινωνιακής διαχείρισης της πραγματικότητας. Η κυβέρνηση στηρίχθηκε επί έναν και πλέον χρόνο στη σχεδόν απόλυτη μιντιακή υπεροπλία της, η οποία συνέβαλε σημαντικά στη θετική αποδοχή της από την κοινωνία.

Ωστόσο, η πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους – από τις συνθήκες στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στα σχολεία, μέχρι την αναιμική οικονομική δραστηριότητα – αργά ή γρήγορα συγκρούεται με την κατασκευασμένη μιντιακή εικόνα και επικρατεί, θέτοντας τέλος στη ρητορική που αποδίδει στην κυβέρνηση τις νίκες και στην έλλειψη ατομικής ευθύνης τα προβλήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι – παρ’ όλο που φαίνεται ακόμα σχετικά υψηλή – η θετική αποτίμηση των κυβερνητικών πεπραγμένων στη διαχείριση της πανδημίας έχει παρουσιάσει μια κάμψη που φτάνει ακόμα και το 25% σε σχέση με την άνοιξη/καλοκαίρι.

Τρίτον, στοιχείο άμεσα συναφές με το προηγούμενο, η κάμψη της κυριαρχίας του επιστημονικού/ τεχνοκρατικού λόγου –στον οποίο η κυβέρνηση στηρίχθηκε κατά κόρον το προηγούμενο διάστημα, βοηθούσης και της προσωπικότητας του κ. Τσιόδρα, που κέρδιζε την εμπιστοσύνη των πολιτών, αλλά και του γεγονότος ότι η επιστημονική κοινότητα εμφανιζόταν να ομονοεί – αφήνει χώρο στον πολιτικό/κριτικό λόγο.

Πλέον είναι σαφές ότι οι αποφάσεις, ανεξαρτήτως ομόφωνων ή κατά πλειοψηφία εισηγήσεων των επιστημόνων, λαμβάνονται και υλοποιούνται από την πολιτικά υπεύθυνη κυβέρνηση – κάτι που ισχύει και στο πεδίο της οικονομίας, όπου το «σχέδιο Πισσαρίδη» που εξαγγέλθηκε με τυμπανοκρουσίες δεν φαίνεται να απέδωσε ούτε ουσιαστικά ούτε επικοινωνιακά αποτελέσματα.

Τέλος, και ίσως το κυριότερο στοιχείο, η πτωτική τάση της κυβέρνησης σε όλους τους δείκτες, προβληματίζει για το πώς αυτή θα σταθεί απέναντι στις τρεις επάλληλες κρίσεις : υγειονομική, οικονομική και γεωπολιτική. Η μέχρι σήμερα τακτική της με επικοινωνιακούς όρους διαχείρισης – ή, για την ακρίβεια, μη διαχείρισης – των θεμάτων μπορεί να αποδειχθεί εκτός από δημοσκοπικά επιζήμια για την ίδια και επικίνδυνη, όσο τα προβλήματα συσσωρεύονται και επιζητούν άμεση λύση.

Τα παραδείγματα αφθονούν : Από τη νεοφιλελεύθερη εμμονή στη μη στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας ακόμα και την ύστατη στιγμή και τη συντηρητική στοχοποίηση των νέων ως υπεύθυνων για την εξάπλωση του ιού, μέχρι τη διγλωσσία στα λεγόμενα «εθνικά θέματα», η κυβέρνηση δείχνει να πορεύεται – στην καλύτερη περίπτωση – χωρίς πυξίδα σε πολύ τρικυμισμένα νερά ή – στη χειρότερη – με γνώμονα την ικανοποίηση του ετερόκλητου κομματικού της ακροατηρίου.

Η συγκυρία μπορεί να μην προσφέρεται – λόγω του εύλογου μουδιάσματος και της ανασφάλειας που προκαλούν οι επάλληλες κρίσεις – για εντυπωσιακές κοινωνικές αντιδράσεις.

Όμως, εκτός του ότι αυτές ήδη καταγράφονται, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε αυτό που επισημαίνουμε και στην κατακλείδα των Εκλογικών Τάσεων: «Όσο προβληματισμένη και αν είναι η κοινωνία, πάντα μια σπίθα είναι ικανή να την κινητοποιήσει, γι’ αυτό και οι έρευνες πάντα αδυνατούν να συλλάβουν πλήρως και από την αρχή την υπόκωφη βουή της κοινωνίας, πριν αυτή γίνει ήχος». Πολύ συχνά, η επίδραση των πολιτικών γεγονότων είναι άδηλη στην αρχή, αλλά δρα αθροιστικά στη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας.

(Ολόκληρη η ανάλυση των Εκλογικών Τάσεων #5, σε επιμέλεια Δ. Κολτσίδα και Κ. Πουλάκη, είναι διαθέσιμη ΕΔΩ  – Η Δανάη Κολτσίδα είναι Νομικός, Πολιτική επιστήμονας – Διευθύντρια του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς