*Εισήγηση του Σπύρου Γεωργάτου, καθηγητή Κυτταρικής Βιολογίας στο Τμήμα Ιατρικής και Αντιπρύτανη Έρευνας και Δια Βίου Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στη διαδικτυακή εκδήλωση που οργάνωσαν στις 19/5/21 το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών (ΕΝΑ) και το Δίκτυο για την υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης, με θέμα «Νέες και Νέοι επιστήμονες και Οικονομία της Γνώσης». Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το tvxs.gr όπου και δημοσιεύτηκε αρχικά στις 21/5/2021.

 

 

Θα τεκμηριώσω την άποψή μου χρησιμοποιώντας ποσοτικά στοιχεία. Όπως θα δούμε, η αριθμητική που αφορά τους νέους επιστήμονες έχει άλλους κανόνες: Σ’ αυτή την περίπτωση, 1 συν 1 μας κάνει 10. Και 10 πλην 1 ισούται με το 0.

 

I. Σπουδές και απασχόληση

Ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο δείκτη εγγραφών στο Πανεπιστήμιο στις ηλικίες 19-24 και τον δεύτερο υψηλότερο στις ηλικίες 25-28 (στοιχεία 2019). Στη δεκαετία 2008-2018, μέσα στην κρίση, το ποσοστό των εισακτέων αυξήθηκε από το 28% στο 43%.

Η αύξηση των εισακτέων έγινε, προφανώς, με πρωτοβουλία της ελληνικής Πολιτείας. Αλλά δεν πρέπει να μας διαφύγει ότι οι νέοι και οι οικογένειές τους ανταποκρίθηκαν, παρά το σημαντικό οικονομικό κόστος που συνεπάγεται η προετοιμασία για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Πού οφείλεται άραγε αυτό; Συνεχίζει η τριτοβάθμια εκπαίδευση να αποτελεί μοχλό κοινωνικής κινητικότητας ή πρόκειται για ένα αμυντικό αντανακλαστικό, που κατά περίεργο τρόπο ενισχύεται από την αυξανόμενη εργασιακή επισφάλεια;

Η απασχόληση των νέων πτυχιούχων μειώθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης, ενώ ο αριθμός των εκτός εκπαίδευσης-εκτός εργασίας νέων (NEET) αυξήθηκε, τροφοδοτώντας το brain drain. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η απασχόληση στους ενήλικες 25-64 ετών στην Ελλάδα βαίνει αυξανόμενη ανάλογα με το επίπεδο της εκπαίδευσής τους: Είναι περίπου 50% για τους απόφοιτους Γυμνασίου, 73% για τους αποφοίτους Πανεπιστημίου, 82% για αυτούς που διαθέτουν μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης και 90% για όσους έχουν διδακτορικό. Οικονομετρικές εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ δείχνουν μάλιστα ότι οι πιθανότητες να έχει σήμερα εργασία ένας κάτοχος διδακτορικού είναι σχεδόν 8 φορές περισσότερες έναντι του ενδεχομένου να είναι άνεργος. Η σχέση αυτή διαμορφώνεται στο 4,8 για τους κατόχους μεταπτυχιακού.

Δεν πρόκειται για ελληνική ιδιομορφία. Ανάλογα στοιχεία υπάρχουν και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως επίσης και τη Βρετανία (στοιχεία AGCAS-Jist, 2020-2021). Άρα, πέρα από τις αναζητήσεις και τα οράματα των νέων, η επένδυση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση εξακολουθεί να αποτελεί καλή επιλογή από πλευράς προοπτικών επαγγελματικής αποκατάστασης.

II. Τομείς απασχόλησης των νέων επιστημόνων

Πού απασχολούνται οι νέοι Έλληνες επιστήμονες; Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που επεξεργάστηκε ο ΙΟΒΕ, το μεγαλύτερο μερίδιο νέων επιστημόνων με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο σπουδών απασχολείται στα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου. Μαζί με τους απλούς πτυχιούχους Πανεπιστημίων ή ΤΕΙ, αυτοί αποτελούσαν το 2017 το 67% του συνόλου των εργαζόμενων στον συγκεκριμένο τομέα.

Ούτε αυτό είναι ελληνική ιδιομορφία. Τα πιο συχνά επαγγέλματα 15 μήνες μετά την αποφοίτηση από το Πανεπιστήμιο στη Βρετανία είναι, κατά σειράν, οι νοσηλευτές, τα στελέχη του Μάρκετινγκ, οι εργαζόμενοι στους βρεφονηπιακούς σταθμούς και την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι εργαζόμενοι στα ψηφιακά, το ιατρικό προσωπικό, οι εργαζόμενοι στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι εργαζόμενοι σε διάφορου είδους επιχειρήσεις και οι ελευθεροεπαγγελματίες (στοιχεία AGCAS-Jist 2020-2021). Είναι ενδεικτικό ότι στις πρώτες θέσεις αυτού του καταλόγου βρίσκονται φορείς που ανήκουν ή σχετίζονται με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με κοινοτικές πηγές, στην Ευρώπη των 28, η απασχόληση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δηλαδή στη δημόσια διοίκηση, τις υπηρεσίες υγείας και την Παιδεία, είναι υψηλότερη στις σκανδιναβικές χώρες, την ηπειρωτική Ευρώπη (Γαλλία, Ολλανδία), τη Βρετανία, τη Μάλτα, αλλά χαμηλότερη στις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες και τον νότο.

Πώς διαμορφώνονται οι δημόσιες δαπάνες με όλο αυτό το προσωπικό να συσσωρεύεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα; Τα κοινοτικά στοιχεία δίνουν εδώ μια ξεκάθαρη απάντηση: Σε σχέση με το ΑΕΠ, 6 ευρωπαϊκές χώρες είναι πάνω από το όριο του 50%. Η Ελλάδα ΔΕΝ είναι μια απ’ αυτές (αλλά είναι η Γαλλία, οι σκανδιναβικές χώρες και η Αυστρία). Το συμπέρασμα που προκύπτει λοιπόν από τα παραπάνω στοιχεία είναι ότι η απασχόληση των νέων επιστημόνων στο δημόσιο δεν εκτροχιάζει τις δημόσιες δαπάνες.

III. Δυσαρμονία σπουδών και κλάδου απασχόλησης

Υπάρχει δυσαρμονία (mismatch) ανάμεσα στο αντικείμενο σπουδών και το είδος της εργασίας που κάνουν οι νέοι επιστήμονες; Ναι. Μόνο που αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε εμάς, οι απόφοιτοι ΑΕΙ που δηλώνων συνάφεια των σπουδών τους με την εργασία τους αποτελούν το 58%. Βρισκόμαστε δηλαδή μόλις μια θέση κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (μελέτη ΙΟΒΕ). Υπάρχει, ωστόσο, ένα ιδιαίτερο πρόβλημα σε ό,τι αφορά τους αποφοίτους από σχολές κοινωνικών-οικονομικών και νομικών επιστημών: Eνώ οι πτυχιούχοι αυτών των σχολών αποτελούν ένα μεγάλο σύνολο, το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης καταγράφεται στους αποφοίτους των επιστημών υγείας και των σχολών πληροφορικής.

IV. Ρόλος της εκπαίδευσης στην αναπτυξιακή διαδικασία

Ας προχωρήσουμε παρακάτω. Αναμφισβήτητα, η τριτοβάθμια εκπαίδευση διευκολύνει τους πτυχιούχους να βρουν δουλειά. Συμβάλλει όμως η επένδυση στην Παιδεία στην ανάπτυξη και τη μείωση των ανισοτήτων ή θα πρέπει να εξηγήσουμε το αίτημα για περισσότερη στήριξη των ΑΕΙ επικαλούμενοι το γεγονός ότι η Παιδεία και η Έρευνα είναι αυτονόητα κοινωνικά αγαθά;

Πριν απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση, πρέπει να επισημάνουμε κάτι άλλο: Σύμφωνα με τις επεξεργασίες της ευρωπαϊκής επιτροπής και της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας, οι δημόσιες επενδύσεις δημιουργούν προοπτικές μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, γιατί εισάγουν έναν υψηλό πολλαπλασιαστή, της τάξεως του 1.3-1.8·στην Οικονομία. Που σημαίνει ότι κάθε ευρώ επένδυσης αυξάνει το ΑΕΠ κατά 30-80 σεντς.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την επένδυση στην Παιδεία, η UNICEF υποστηρίζει ότι κάθε επιπλέον έτος σπουδών αυξάνει κατά μέσο όρο το προσωπικό εισόδημα των πολιτών κατά 10% και το ΑΕΠ κατά 18%. Και κάτι συγκλονιστικό: Για κάθε παιδί που μαθαίνει να διαβάζει, 170 εκατομμύρια λιγότεροι άνθρωποι θα ζήσουν στη φτώχεια! Είναι αυτό μια υπερβολή, ένα στατιστικό τρικ; Μήπως δεν αφορά εμάς, αλλά μόνο τις χώρες της Αφρικής; Ακόμα κι ήταν έτσι, αυτό που υποστηρίζει η UNICEF είναι ενδεικτικό του πολλαπλασιαστικού χαρακτήρα που έχει η εκπαίδευση στην κοινωνική πρόοδο και τη γεφύρωση των ανισοτήτων.
Όπως είπαμε στην αρχή, έχουμε την πρωτιά σε εγγεγραμμένους φοιτητές ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Σε απόφοιτους, ξεπερνάμε μεν τους ευρωπαϊκούς στόχους, όπως και οι περισσότεροι των 28, αλλά το μεγάλο πλήθος εισακτέων οδηγεί αναπόφευκτα σε μικρό κλάσμα αποφοίτων προς εγγεγραμμένους, γεγονός που τροφοδοτεί τη ρητορική περί «αιώνιων φοιτητών».

Δεν πρέπει να ερμηνεύσουμε αυτό το φαινόμενο χωρίς να λάβουμε υπ’ όψιν το γεγονός ότι η Ελλάδα επενδύει στην εκπαίδευση μόνο το 65% όσων επενδύουν οι άλλες χώρες του ΟΟΣΑ και έχει ταυτόχρονα τη χειρότερη αναλογία φοιτητών/διδασκόντων στην ΕΕ (38,7 με μέση αναλογία στην ΕΕ 15,4 φοιτητές ανά διδάσκοντα). Γιατί θα πρέπει λοιπόν να μας απασχολήσει μόνο ο αριθμητής του κλάσματος φοιτητές/διδάσκοντες και όχι ο παρονομαστής;

Υπάρχει και κάτι άλλο: Σε εμάς, οι κάτοχοι μεταπτυχιακών διπλωμάτων ειδίκευσης αντιστοιχούν μόνο στο 4% του πληθυσμού, ενώ ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 13%. Ο ΟΟΣΑ αποδίδει αυτό το γεγονός στα υψηλότερα δίδακτρα που υπάρχουν στα ελληνικά Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (4.100 δολάρια σε σύγκριση με 3.400 δολάρια, που είναι ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ). Θα πρόσθετα  σ’ αυτό την πτωτική τάση που ακολουθούν οι μισθοί του διδακτικού προσωπικού.

V. Το δια ταύτα

Δεν θα περιγράψω εδώ αναλυτικά την αποψίλωση, την απαξίωση και τον λειτουργικό αφοπλισμό του ελληνικού Πανεπιστημίου κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ο προϋπολογισμός των ΑΕΙ μειώθηκε κάθετα, αποθεματικά χάθηκαν, οι διοικητικοί υπάλληλοι μειώθηκαν, οι θέσεις του επιστημονικού προσωπικού που συνταξιοδοτήθηκε δεν αναπληρώθηκαν, ο ερευνητικός εξοπλισμός απαξιώθηκε λόγω παλαιότητας και δημιουργήθηκαν μεγάλα χρέη στη ΔΕΗ και άλλους παρόχους. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Πανεπιστήμιο δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει, αξιοποιώντας το εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει ο τόπος. Η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού στη διαδικασία της ανοικοδόμησης της χώρας θα χρειαστεί μεγάλη ώθηση και πρωτοβουλίες με εμβληματικό χαρακτήρα. Τα «εμβαλωματικά» και οι «ενέσεις χρηματοδότησης» από τα υπόλοιπα των κοινοτικών ταμείων δεν αρκούν. Για την Αριστερά και τις προοδευτικές δυνάμεις, η μεγάλη επένδυση στην Παιδεία θα πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη.

Αναφέρω ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα:

  • Γίνεται να υπάρχουν πανεπιστημιακά Τμήματα με λιγότερους από 20 καθηγητές; Τι γνωστικός πλουραλισμός μπορεί να υπάρξει όταν ένα σύνθετο γνωστικό αντικείμενο εκπροσωπείται από μία και μόνο Σχολή Σκέψης -συνήθως αυτή που κυριαρχεί;
  • Γίνεται να υπάρχουν προγράμματα σπουδών που είναι μονολιθικά, ερμητικά κλειστά σε συγγενή αντικείμενα, την εποχή που θριαμβεύει η διεπιστημονικότητα;
  • Γίνεται να καταστρατηγείται κάθε έννοια οικονομίας κλίμακας από την έλλειψη οργανωμένων μηχανουργείων, καλά εξοπλισμένης τεχνικής υπηρεσίας, αποθήκης (stockroom) αναλωσίμων και αδυναμίας να γίνουν μαζικές παραγγελίες;
  • Γίνεται να έχει ένα περιφερειακό Ίδρυμα φοιτητικές εστίες που «χωράνε» λιγότερο από το 15% των φοιτητών τους;
  • Γίνεται να μην έχουν τα ΑΕΙ σύστημα παρακολούθησης (tracking) των αποφοίτων και καταγραφής της γεωγραφικής/κοινωνικής προέλευσης των νεοεισερχομένων φοιτητών, γιατί δεν έχουν διοικητικό προσωπικό και «έληξε το ΕΣΠΑ»; Τί είδους στρατηγικός σχεδιασμός μπορεί να γίνει χωρίς αυτά τα εργαλεία;
  • Γίνεται να υποτιμάται ή να παραδίδεται στους επιτήδειους ο θεσμός των θερινών σχολείων, που αποτελούν το άλφα και το ωμέγα για την εξωστρέφεια των ΑΕΙ και τον ποιοτικό τουρισμό;
  • Τέλος, ένα πολύ επώδυνο θέμα: Γίνεται να προχωρούν οι επιλογές προσωπικού και οι κρίσεις  για την βαθμολογική εξέλιξη των καθηγητών με πελατειακά κριτήρια, ερήμην και εις βάρος των νέων, ταλαντούχων ανθρώπων;

Για να αντιμετωπιστούν όλα αυτά χρειάζεται ασφαλώς πολιτική βούληση. Αλλά προπαντός χρειάζονται πόροι. Οι ΗΠΑ, οι Μητροπόλεις του καπιταλισμού, δείχνουν το δρόμο: Πάνω από 80% της χρηματοδότησης των σχολείων σ’ αυτή τη χώρα προέρχεται από τον φόρο περιουσίας. Εδώ, οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού θα το έλεγαν «σοσιαλισμό»!