Το κείμενο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα στον πόλεμο στην Ουκρανία του Τεύχους #4 της περιοδικής διαδικτυακής έκδοσης του ΙΝΠ “Με ευρυγώνιο φακό”. Βρείτε ολόκληρο το τεύχος εδώ: https://poulantzas.gr/yliko/me-evrygonio-fako-periodiki-ekdosi-gia-tis-diethneis-taseis-tefchos-4-ioulios-2022

 

 

 

Στο θέμα του πολέμου στην Ουκρανία, η Δεξιά και τα μέσα ενημέρωσης παίζουν με τους πολίτες της Τσεχικής Δημοκρατίας. Η αριστερά δεν είναι ενωμένη. Η τσεχική κοινωνία και όλα τα πολιτικά κόμματα αιφνιδιάστηκαν από την επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ουκρανία φέτος τον Φεβρουάριο. Η αντίθεση στον πόλεμο ήταν αρκετά γενικευμένη εντός της τσεχικής κοινωνίας. Ωστόσο, ορισμένες ομάδες και φωνές τάχθηκαν επίσης στο πλευρό της Ρωσίας, και ορισμένοι μάλιστα αντέδρασαν έντονα κατά της μονομερούς αντιρωσικής προπαγάνδας της κυβέρνησης και των μέσων ενημέρωσης των χωρών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Ωστόσο, στην αρχή της πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, η πλειοψηφία των Τσέχων πολιτών στερήθηκε την ευκαιρία να αξιολογήσει, έχοντας γνώση των γεγονότων, τις αιτίες και το περιεχόμενο των όσων οδήγησαν στη μετατροπή της παγωμένης οκταετούς πολεμικής διαμάχης στην Ουκρανία σε άμεσο πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης στην Τσεχική Δημοκρατία ενημέρωναν εντελώς ανεπαρκώς για την πραγματική μορφή και το περιεχόμενο της παγωμένης πολεμικής διαμάχης και απέκρυπταν το ζήτημα των εθνικών συγκρούσεων στην Ουκρανία. Τα ΜΜΕ συγκάλυψαν και η κυβέρνηση και τα περισσότερα κοινοβουλευτικά κόμματα αγνόησαν το γεγονός ότι η σύγκρουση στην Ουκρανία, η οποία ξεκίνησε με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και της ΕΕ στο πραξικόπημα του 2014, είναι μια πολύπλευρη σύγκρουση ακραίων εθνικών και πολιτικών δυνάμεων και ολιγαρχών στην Ουκρανία. Η σύγκρουση έχει επηρεαστεί έντονα σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο και υποκινείται από την εμπλοκή και τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρωσίας. Τα κύρια μέσα ενημέρωσης στην Τσεχική Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων μέσων ενημέρωσης, έχουν επί μακρόν αποτύχει να παράσχουν στους πολίτες πληροφορίες σχετικά με την πραγματική μορφή και την αιχμή των εθνικών παθών και συγκρούσεων στην Ουκρανία.

Η κυβέρνηση της Τσεχικής Δημοκρατίας και τα περισσότερα κοινοβουλευτικά κόμματα, με εξαίρεση το Κομμουνιστικό Κόμμα Βοημίας-Μοραβίας, έχουν στην πραγματικότητα λάβει πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό μονομερή θέση. Οι τσεχικές κυβερνήσεις και τα περισσότερα κοινοβουλευτικά κόμματα, ακολουθώντας τις διαδικασίες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αγνόησαν ή ανέχθηκαν τις διακρίσεις και τις πιέσεις που εξαπέλυσε το ουκρανικό καθεστώς και οι ακραίοι εθνικιστές το 2014 κατά των γλωσσικών μειονοτήτων και των μη «βολικών» μέσων ενημέρωσης και ρευμάτων γνώμης.

Τα δεξιά κοινοβουλευτικά κόμματα της Τσεχικής Δημοκρατίας τήρησαν ως επί το πλείστον μια έντονα αντιρωσική στάση για μεγάλο χρονικό διάστημα και υποστήριζαν άκριτα το καθεστώς της Ουκρανίας, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου οι ουκρανικές κυβερνήσεις συνέχιζαν να ουκρανοποιούν ρωσόφωνες, ουγγρόφωνες και άλλες μειονότητες. Η άρνηση της Ουκρανίας να εφαρμόσει τις ειρηνευτικές συμφωνίες του Μινσκ, να εγγυηθεί στις μειονότητες τα δικαιώματά τους και να τις σεβαστεί οδήγησε σε κλιμάκωση της παγωμένης διαμάχης στην ανατολική Ουκρανία μεταξύ της ουκρανικής κυβέρνησης και των ουκρανών εθνικιστών από τη μία πλευρά και των φιλορώσων αυτονομιστών από την άλλη.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Βοημίας-Μοραβίας έχει επανειλημμένα επικρίνει την κλιμάκωση των εντάσεων και τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για την Ουκρανία. Αναφέρθηκε επίσης στις διαρκείς διώξεις κομμουνιστών, συνδικαλιστών και δημοσιογράφων από τους Ουκρανούς εθνικιστές, τις αρχές και το κράτος.

Οι Τσέχοι Σοσιαλδημοκράτες ήταν οι επικεφαλής του κυβερνητικού συνασπισμού μέχρι το φθινόπωρο του 2021. Δέχτηκαν να είναι συνυπεύθυνοι για τη μονομερώς εφαρμοζόμενη πολιτική άνευ όρων στήριξης της Ουκρανίας και τη μονομερή προσέγγιση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην παγωμένη διαμάχη στην Ουκρανία. Η επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη και το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ να κερδίσουν την Ουκρανία ακόμη και με κόστος μια σύγκρουση με τη Ρωσική Ομοσπονδία υποστηρίχθηκαν από τη νέα πολύ έντονα αντιρωσική και φιλοαμερικανική κυβέρνηση της Τσεχίας και τα περισσότερα δεξιά κόμματα μετά τις εκλογές του φθινοπώρου του 2021 στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Από τις επιδραστικές πολιτικές δυνάμεις, μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βοημίας-Μοραβίας εκφράζει εδώ και καιρό προγραμματική αντίσταση στην επέκταση των στρατιωτικών βάσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και των στρατιωτικών δυνάμεων του συμφώνου του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη και προειδοποιεί για την επικείμενη κλιμάκωση της σύγκρουσης για την Ουκρανία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας.

Αμέσως μετά την επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ουκρανία τον φετινό Φεβρουάριο, το Κομμουνιστικό Κόμμα Βοημίας-Μοραβίας άσκησε κριτική σε αυτό το βήμα, απορρίπτοντας τον πόλεμο ως μέσο επίλυσης των διαφορών μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και εθνικιστών με αντικείμενο την επιρροή στην Ουκρανία και την ίδια την Ουκρανία και τον λαό της. Η πρόεδρος του KSČM, Kateřina Konečná, δήλωσε: “Ως KSČM, καταδικάζουμε τη στρατιωτική λύση του προβλήματος. Όπως στην περίπτωση των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, των εισβολών στο Ιράκ, το Αφγανιστάν ή των επεμβάσεων στη Λιβύη και τη Συρία. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη πολιτική σκηνή, εμείς δεν έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά”.

Οι Τσέχοι κομμουνιστές έχουν ταχθεί υπέρ ενός γρήγορου τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία και υπέρ των πραγματικών και άμεσων διαπραγματεύσεων για την ειρήνη. Σε αυτό το πλαίσιο, το KSČM πήρε πολύ επικριτική θέση για τη φιλοπόλεμη πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, των χωρών του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λέγοντας ότι η προμήθεια όπλων και πυρομαχικών στην Ουκρανία δεν θα συμβάλει στη λύση, αλλά θα καθυστερήσει τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και θα δημιουργήσει κίνδυνο εξάπλωσης της σύγκρουσης, απαιτώντας υπερβολικές ανθρώπινες θυσίες.

Ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών, Michal Šmarda, δήλωσε: “Οι Σοσιαλδημοκράτες αντιλαμβάνονται τον πόλεμο ως αποτυχία της πολιτικής και της διπλωματίας. Πρέπει να αποτρέψουμε τον πόλεμο, όχι να τον ευχόμαστε. Αλλά η επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας είναι σήμερα μια πραγματικότητα”. Οι Τσέχοι Σοσιαλδημοκράτες, με την υποστήριξή τους στα “αποφασιστικά βήματα” της τσεχικής κυβέρνησης και της ΕΕ, καθώς και του ΝΑΤΟ, έχουν συμπεριληφθεί μεταξύ των κομμάτων που δεν επιδιώκουν ένα γρήγορο και συμβιβαστικό τέλος στον πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτό σημαίνει εκ των πραγμάτων ότι υποστηρίζουν τους αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς ιέρακες και την επιδίωξή τους για νίκη και υποστηρίζουν έναν “πόλεμο φθοράς” με μαζικές αποστολές όπλων με ασαφείς προοπτικές και μία μόνο βεβαιότητα: Η επιδίωξη μιας ξεκάθαρης “νίκης” για ένα από τα εμπόλεμα μέρη θα απαιτήσει τρομερές ανθρώπινες θυσίες.

Στην Τσεχική Δημοκρατία, στην παρούσα κατάσταση, ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να ενισχύει το κύρος του ΝΑΤΟ. Με τη βοήθεια των περισσότερων μέσων ενημέρωσης, ο λόγος για την επιθετική πολιτική του ΝΑΤΟ, για τις παραβιάσεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών από τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ και για τα εγκλήματα πολέμου που διαπράττουν τα μέλη του ΝΑΤΟ, ιδίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν πάντα αποκλεισμένος. Η πολεμική προπαγάνδα που παρουσιάζεται από τα ΜΜΕ είναι κυρίως ουκρανικής προέλευσης και αξιοποιείται από τη δεξιά. Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης δίνουν τώρα χώρο κυρίως σε εκείνους που παρουσιάζουν το ΝΑΤΟ ως αμυντικό σύμφωνο και εγγύηση ασφάλειας έναντι της “ρωσικής απειλής”.

Η ιδέα μιας ειρήνης με εκατέρωθεν υποχωρήσεις και ενός συμβιβασμού μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας, μεταξύ των Ουκρανών εθνικιστών και των φιλορώσων αυτονομιστών, είναι πλέον εντελώς απαράδεκτη για την τσεχική δεξιά. Σε ευθυγράμμιση με τις ιδέες των ιεράκων του ΝΑΤΟ, η πλειοψηφία της τσεχικής δεξιάς υποστηρίζει τώρα την προμήθεια όπλων, τις αντιρωσικές κυρώσεις και το όραμα μιας “νικηφόρας Ουκρανίας”.

Η πολεμική προπαγάνδα της Ουκρανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και του ΝΑΤΟ, προτιμάται και υιοθετείται άκριτα, παρουσιαζόμενη στους πολίτες. Κριτικές εκτιμήσεις, στηριζόμενες σε δεδομένα, για τα αίτια του πολέμου και το βαθμό συνυπευθυνότητας του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών για την κλιμάκωση της σύγκρουσης βρίσκονται πλέον εκτός της προσοχής των περισσότερων μεγάλων μέσων ενημέρωσης στην Τσεχία. Ο αριθμός των θυμάτων που θα απαιτήσει ο παρατεταμένος πόλεμος επικρίνεται από την κομμουνιστική αριστερά. Για την τσεχική κυβέρνηση, τη δεξιά και τα μέσα ενημέρωσης, αυτό δεν αποτελεί ακόμη θέμα προς συζήτηση.

 

Μετάφραση: Δανάη Κολτσίδα