Γραπτή απόδοση παρέμβασης στην ημερίδα των Ινστιτούτων Νίκος Πουλαντζάς και ΕΝΑ με θέμα «Ποια θα μπορούσε να είναι η ύλη ενός προοδευτικού Συντάγματος» [28.4.2026]
Γιάννης Δρόσος, ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου των Ινστιτούτων Νίκος Πουλαντζάς και Αλέξη Τσίπρα.
Η ημερίδα μας καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεσμικών ζητημάτων αιχμής. Αυτό μου επιτρέπει να περιοριστώ σε μερικές θεωρητικές και σε μερικές ενδεικτικές παρατηρήσεις, με σκοπό τη συμβολή στο να καταστεί η πολιτική ουσιαστικότερη η συζήτηση σχετικά με την ανάγκη και το περιεχόμενο μιας γενικευμένης θεσμικής ανασυγκρότησης της χώρας μας.
Το Σύνταγμα και εμείς, η Αριστερά.
Αρχίζω με τη σχέση της Αριστεράς με το Σύνταγμα (και γενικότερα με το «δίκαιο»). Είναι μία σχέση αντιφατική. Αυτό ήδη από τον Marx, ο οποίος είδε το δίκαιο μόνον ως έκφραση της ταξικής κυριαρχίας των καταπιεστών, στην εποχή του κυρίως των καπιταλιστών. Το Σύνταγμα κατά ίδιο τον Μαρξ, «δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια τακτοποίηση σχέσεων μεταξύ του πολιτικού και του μη-πολιτικού κράτους [διευκρινίζω: μεταξύ του κράτους και της λεγόμενης ‘κοινωνίας των πολιτών’, της civil society], άρα μια συμφωνία μεταξύ ουσιωδώς ετερογενών δυνάμεων.» Αποτύπωση ενός ταξικού συμβιβασμού, το Σύνταγμα δεν είναι παρά ένα σκέτο εποικοδόμημα. Χωρίς κάτι αυτοτελές, σαν ένας μανδύας (cloak) [η λέξη από Nimer Sultany, Marx and critical constitutional theory], μια ολόσωμη καλύπτρα που καλύπτει τις ταξικές σχέσεις, που αυτές είναι η πραγματική ουσία του δικαίου.
Η θεώρηση αυτή εξελίχθηκε σε δόγμα που, περισσότερο ή λιγότερο, επηρέασε σταθερά την Αριστερή σκέψη σχετικά με το Σύνταγμα, με βασικό χαρακτηριστικό την άρνηση ή τον δισταγμό της να αποδεχθεί μια σχετική αυτονομία, άρα και δυναμική το δικαίου, άρα και του Συντάγματος ως συστήματος κανόνων δικαίου με αυξημένη έναντι των λοιπών νόμων τυπική ισχύ.
Βάναυση εφαρμογή αυτού του δόγματος ήταν η θεωρητική μεταχείριση του δικαίου στη σταλινική εποχή. Η σταλινική παράδοση απέρριψε, με αιματηρό κάποτε τρόπο, τις λεπτότατες θεωρητικές επεξεργασίες για την αυτοτέλεια και επαναστατική αξία του δικαίου, όπως τις επεξεργάσθηκαν οι μεγάλοι σοβιετικοί νομικοί της λενιστικής περιόδου. Τους θεωρητικούς τρόπους τους, ας το θυμηθώ φέτος, ενενήντα χρόνια από την γέννησή του Νίκου Πουλαντζά, συναντά η, γνωστή φαντάζομαι, ανάλυση του για την σχετική αυτονομία του κράτους. Σημειώνω, με τιμή στη μνήμη και στο έργο τους (σπάνια ακούγονται τα ονόματά τους πια), τον Pyotr Stuchka, Κομισάριο Δικαιοσύνης το 2018 επί Λένιν και Πρώτο Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου της Σοβιετικής Ένωσης, που με το σημαντικό θεωρητικό έργο Ο επαναστατικός ρόλος του δικαίου και του κράτους» (1921) συνέβαλε στην μαγικά γόνιμη δεκαετία του 1920 (δεκαετία και του Hans Kelsen και του Carl Schmitt), όπως και τον Evgeny Pashukanis, που, την ίδια εποχή, άφησε το επίσης σημαντικότατο έργο Γενική θεωρία του Δικαίου και Μαρξισμός (1924). Αυτή η πρώιμη σοβιετική της νομικής θεωρίας διακόπηκε με την άνοδο του Στάλιν. Ο Στούτσκα πρόλαβε και πέθανε από φυσικό θάνατο το 1932, ο Πασουκάνις εκτελέστηκε με τις εκκαθαρίσεις του 1937 -αποκαταστάθηκε δεκαετίες αργότερα με την αποσταλινοποίηση. Ο κυρίαρχος όμως τρόπος σκέψης που τελικά επικράτησε, βάναυσα απλουστευτικά, ήταν ότι το Σύνταγμα τελικά δεν είναι παρά ένα σκεύος πολιτικής (έτσι και το σοβιετικό Σύνταγμα του 1936), τίποτε άλλο, και πάντως όχι πεδίο στο οποίο και για το οποίο εκτυλίσσονται δημοκρατικά και δικαιοκρατικά οι πολιτικές συγκρούσεις.
Αυτή η εδραιωμένη αντίληψη πάντως δεν εμπόδισε την αξιοποίηση του Συντάγματος και από την δική μας πλευρά. Το επικαλέσθηκε ήδη ο Μαρξ γράφοντας σχετικά με δίωξή του επειδή, το 1849, με άρθρο του στη Neue Rheinische Zeitung κάλεσε σε μη πληρωμή των φόρων: «Εμείς, κύριοι, δεν είμαστε συνταγματολόγοι, ερχόμαστε ωστόσο στη θέση των κυρίων που μας κατηγορούν, με σκοπό να τους νικήσουμε στο ίδιο το δικό τους έδαφος, με τα ίδια τα δικά τους όπλα. Άρα επικαλούμαστε την χρήση του Συντάγματος». [σε: Karl Marx, The First Trial of the Neue Rheinische Zeitung, Speech by Karl Marx’ [1849] σε: Karl Marx and Frederick Engels, Collected Works, vol 8 (Lawrence & Wishart 2010) 304, 307.] Πρόκειται για την αρχέτυπη μορφή του διάσημου «Θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα» του αξέχαστου και μεγάλου Ηλία Ηλιού.
Στη χώρα μας η αντιφατική σχέση μας ως Αριστερά με το Σύνταγμα εκδηλώνεται αρκετά σταθερά. Καταγγείλαμε το Σύνταγμα του 1952 ως Το λίμπρο ντ΄όρο της ολιγαρχίας (πάλι λόγια του Ηλία Ηλιού) και, πολύ λίγα χρόνια μετά, κατεβάζαμε καθημερινά στους δρόμους χιλιάδες και χιλιάδες (ανάμεσά τους και τον Σωτήρη Πέτρουλα, που το πλήρωσε με τη ζωή του) για την υπεράσπιση του Συντάγματος -του λίμπρο ντ΄όρο της ολιγαρχίας; -με το σύνθημα «114!» Σήμερα επικαλούμαστε, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση, τα ατομικά δικαιώματα, αυτά που ο ίδιος ο Μαρξ χαρακτήρισε -τότε που τα χαρακτήρισε- ως το πολιτικό πρόγραμμα της αστικής τάξης. Καταψηφίσαμε συλλήβδην το Σύνταγμα του 1975 και τώρα ζητούμε την ορθή εφαρμογή του.
Συνοπτικά: στην Ελλάδα ως Αριστερά δεν διείδαμε επαρκώς την δυναμική του συνταγματικού κανόνα. Δεν είδαμε αυτό που είδε, π.χ., ο μεγάλος Ιταλός Κομμουνιστής ηγέτης Palmiro Togliatti (άνθρωπος του μάλλον στενού κύκλου του Στάλιν στα σκοτεινά χρόνια) όταν μετείχε, δημιουργικότατα και όχι κρυπτόμενος υπό δόγματα και αφορισμούς, στις εργασίες για την σύνταξη του μεταπολεμικού ιταλικού Συντάγματος (1948). Δεν είδαμε, στο κατάλληλο βάθος, την δυναμική από την ωραία εικόνα που μας παρέδωσε ο διδάσκαλος Αριστόβουλος Μάνεσης, όπου το Σύνταγμα εξεικονίζεται ως Ιανός, με το ένα πρόσωπο στο μέλλον, στην πρόοδο και το άλλο πίσω, στη συντήρηση. Αυτή δε η σχεδόν αταβιστική στάση μας εκδηλώνεται συχνά είτε με το να καταγγέλλουμε σαν αντισυνταγματικό οτιδήποτε δεν μας αρέσει, είτε να θεωρούμε συνταγματικά επιβαλλόμενο ό,τι μας αρέσει, είτε να ζητούμε να περιληφθούν ως συνταγματικές διατάξεις τα καλά και τα συμφέροντα, λες και αυτό αρκεί για να τα κατοχυρώσουμε. Υπάρχει μια συμπαθής αφέλεια σε όλο αυτό: αν πράγματι το Σύνταγμα ρυθμίζει τόσο ολοκληρωμένα τα πάντα, γιατί να μην ψηφίσουμε μία μη αναθεωρήσιμη διάταξη που να λέει ότι πρέπει όλοι -κατά συνταγματική επιταγή- να είμαστε πλούσιοι (ή, έστω, επαρκώς ευκατάστατοι)-, υγιείς και ωραίοι;
Μιλώντας λοιπόν, από Αριστερή οπτική, για ένα Σύνταγμα και το περιεχόμενό του, καλό και χρήσιμο είναι να έχουμε κάποια αίσθηση του ιστορικού και θεωρητικού βάθους της σχέσης μας με τη μορφή Σύνταγμα.
Η πολιτική συγκυρία: μια γενική παρατήρηση
Ας περάσω τώρα στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία της συνταγματικής μας συζήτησης. Θα περιοριστώ σε μία γενική πολιτική επισήμανση και μετά θα σταθώ, ενδεικτικά, σε μερικά ειδικότερα ζητήματα.
Η γενική επισήμανση αφορά στον προσχηματικό χαρακτήρα της εξαγγελίας συνταγματικής αναθεώρησης από τον αφορά στην εξαγγελία αναθεώρησης από τον Πρωθυπουργό. Δεν είμαι ο πρώτος, ούτε ο μόνος που επισημαίνω ότι πρόκειται για υπεκφυγή. Ο Πρωθυπουργός μας, και η περί τα συνταγματικά καμαρίλα του, αφού τσαλαπάτησαν ό,τι μπόρεσαν από το Σύνταγμα, μας προσκαλούν σε κουβέντα να το αλλάξουμε! Βεβαίως και υπάρχουν σοβαρότατα ζητήματα θεσμικής ανασυγκρότησης της χώρας μας (αρκετά οι ίδιοι τα όξυναν ως το μη παρέκει), ανάμεσά τους και ζητήματα συνταγματικής τάξης. Άλλο πράγμα όμως αυτό και άλλο η απροσχημάτιστη αναίδεια της προσχηματικής τους «πρότασης».
Η πολιτική συγκυρία: ένα γενικότερο και μερικά ειδικά σημεία
Περνώ τώρα σε μερικά πιο συγκεκριμένα θέματα.
Αρχίζω με μια γενική επισήμανση: η αποκατάσταση του κύρους του Συντάγματος, ως νόμου που δεσμεύει και την εξουσία, ως «τεχνικής της πολιτικής ελευθερίας» αποτελεί σήμερα μείζονα πολιτικό στόχο. Όχι απλό νομικό διακύβευμα. Σήμερα το Σύνταγμα υπονομεύεται, φαλκιδεύεται, ή και απλώς αγνοείται μέσα από ένα πλέγμα νομικών κατασκευασμάτων («πολυεπίπεδος συνταγματισμός», «επαυξημένο Σύνταγμα», «παλίμψηστο» κλπ. κλπ. κλπ.). Αυτό με την συνδρομή λεγεώνας προθύμων, ιδιοτελών, ανιδιοτελών πλην αφελών κλπ. από τον ακαδημαϊκό, δημοσιογραφικό και δικαστικό χώρο. Και αυτό σε ένα διεθνές κλίμα, με αρνητικά εμβληματικό (αλλά όχι το μόνο) παράδειγμα την κακομεταχείριση του αμερικανικού Συντάγματος από τον Αμερικανό Πρόεδρο και την φάλαγγα των νομικών του -κλίμα όπου και η επίκληση του Συντάγματος αποβαίνει αντικείμενο χλεύης ή και ειρωνείας.
Δεν αναφέρομαι σε ζητήματα ορθής ερμηνείας μιας συνταγματικής διάταξης -εδώ υπάρχουν θεμιτές διαφορές και καλώς υπάρχουν. Αναφέρομαι στην ύπουλη σταδιακή αποστέρηση από τον συνταγματικό κανόνα και από το συνταγματικό επιχείρημα του λόγου της ιδιαίτερης ύπαρξής του, που είναι ότι αποτελεί -μέχρι να αναθεωρηθεί κατά τις δικές του διαδικασίες- το νομικά ανυπέρβλητο όριο της δραστηριότητας κάθε εξουσίας και τη νομικά αποτελεσματική εγγύηση όλων των ελευθεριών μας. Όχι τεχνική νομιμοποίησης με νομικότροπο λεξιλόγιο κάθε αυθαίρετης πράξης οποιουδήποτε μπορεί να την επιβάλει ή να την αγοράσει.
Το πρώτο ειδικότερο σημείο που επιλέγω αφορά στην αναζήτηση ποινικής ευθύνης των Υπουργών -το άρθρο 86. Με βάση αυτό, η βουλή ασκεί προανάκριση, ανάκριση, κύρια ανάκριση κλπ. και διώκει ή όχι τον Υπουργό. Η ιστορία της διάταξης έχει αποδείξει ότι δεν είναι καλή διάταξη. Καλύτερο θα ήταν η δικαστική εξουσία, ειδικότερα η εισαγγελική αρχή, να διεκπεραιώνει όλη την σχετική ποινική έρευνα. Το πόρισμά της, είτε παραπεμπτικό είτε απαλλακτικό, ας έρχεται για συζήτηση στη βουλή, η οποία να μπορεί, υπό προϋποθέσεις (που μπορούν συζητηθούν) να σταματήσει την δίωξη. Αυτό είναι μια γενική ιδέα, όχι μια τεχνικά επεξεργασμένη πρόταση.
Ας σημειώσω πάντως ότι ο προσχηματικός χαρακτήρας της κυβερνητικής πρότασης για αναθεώρηση του άρθρου 86 καταφαίνεται και από το γεγονός ότι, επανειλημμένα, όποτε η βουλή θέλησε, κανένα εμπόδιο δεν βρήκε στο άρθρο 86. Η περίπτωση της παραπομπής του Ανδρέα Παπανδρέου, όπου οι εξ ορισμού αντίθετοι πόλοι μέχρι και κυβέρνηση έσπευσαν να σχηματίσουν, ταχύτατα, για να επιτύχουν την παραπομπή του ή η περίπτωση της καταδίκης του Γιώργου Παπακωνσταντίνου παρά τα ρητώς αντίθετα του άρθρου 86, όπως τότε ίσχυε, λέγουν πολλά. Κι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όποτε θέλησε, το πρόταξε ως ασπίδα προστασίας των δικών της παιδιών, όπως στις περιπτώσεις Βορίδη και Αυγενάκη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Αφήνω για άλλη στιγμή το ζήτημα της σχέσης του άρθρου 86 με την ευρωπαϊκή ενωσιακή νομοθεσία σχετικά με τις εξουσίες του Ευρωπαίου Εισαγγελέα.
Το δεύτερο ειδικότερο θέμα αφορά στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Το θέμα εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση κατά τα χρόνια της παρούσας κυβερνητικής θητείας, επειδή σε αυτήν ιδιαίτερα την περίοδο μειώθηκε έντονα η εμπιστοσύνη των πολιτών ως προς την ακεραιότητά της και ως προς την λειτουργική αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. Η κυβερνητική πονηρία επιχειρεί να μετατρέψει το θέμα αυτό από το ουσιαστικό ζήτημα που αναφέρεται στο πως ασκείται η δικαιοσύνη (ιδιαίτερα από την ηγεσία της) στο διαδικαστικό θέμα του πως επιλέγεται η ηγεσία της δικαιοσύνης.
Στον δημόσιο λόγο διαφαίνονται δύο τάσεις: μία που ζητά κάτι που αποκαλεί «εκδημοκρατισμό» της διαδικασίας επιλογής, π.χ. προτείνοντας να εκλέγεται η ηγεσία της δικαιοσύνης είτε αποκλειστικά από τους ίδιους τους δικαστές είτε από ένα ευρύτερο σώμα κλπ. και μία που θεωρεί ότι όποια προβλήματα υπάρχουν δεν οφείλονται στο ισχύον σύστημα επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης, αλλά στα πρόσωπα που επιλέγονται και στη δικαστική επάρκεια και το δικαστικό ήθος που δείχνουν ή δεν δείχνουν τα πρόσωπα αυτά.
Δυσκολεύομαι να αποδεχθώ την αποσύνδεση της επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης από το δημοκρατικά νομιμοποιημένο πολιτικό σώμα, πρόκειται ωστόσο για ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα, το οποίο απαιτεί μία ξεχωριστή και νηφάλια συζήτηση. Ας την κάνουμε κάποτε. Μέχρι τότε ένα σχόλιό μου. Κατά το άρθρο 90 του Συντάγματος, οι προαγωγές «στη θέση Προέδρου και Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου» γίνονται από την κυβέρνηση. Για Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο μιλά το Σύνταγμα, σε ενικό βαθμό, έναν Πρόεδρο και έναν Αντιπρόεδρο, όχι στρατιές. Σήμερα ο Άρειος Πάγος έχει 11 Αντιπροέδρους, το Συμβούλιο της Επικρατείας 10 και το Ελεγκτικό Συνέδριο άλλους 10. Σύνολο 31 Αντιπρόεδροι, όλοι επιλεγόμενοι από την κυβέρνηση, όπως και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Συγκριτικά: η κυβέρνηση έχει έναν αντιπρόεδρο, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έναν, η Σοβιετική Ένωση κατά την περίοδο που συνέτριβε τον Χίτλερ είχε 11 (έναν από κάθε σοβιετική ομόσπονδη δημοκρατία).
Με δεδομένο μάλιστα ότι κατά μία βουλευτική περίοδο, περιτετμημένη, ας πούμε μόνο τριών ετών, τουλάχιστον το 1/3 των Αντιπροέδρων θα συνταξιοδοτηθεί, μία κυβέρνηση -δηλαδή ένας Πρωθυπουργός- διορίζει 40 ή και 50 Αντιπροέδρους, 4-5 Προέδρους. Αν λάβουμε υπόψη το ενδιαφέρον των papabili, φθάνουμε αμέσως σε ένα σώμα όχι μικρότερο από 100 ανώτατους δικαστές, που γνωρίζουν ότι χωρίς το καλώς έχειν του Πρωθυπουργού μάλλον δεν έχουν τύχη. Αρκεί ένας νόμος για να περιοριστούν οι Αντιπρόεδροι σε έναν. Τα λοιπά, περιλαμβανομένων και θέσεων ιδιαίτερης ευθύνης, ας τα κρίνουν οι ίδιοι οι δικαστές -κατά το δυνατόν με σωφροσύνη, αξιοκρατία και ακεραιότητα- στα δικαστικά συμβούλια.
Τεχνικό θέμα, θα μου πείτε. Όμως ένα παρόμοιο «τεχνικό» θέμα οδήγησε πρόσφατα την Ιταλία σε δημοψήφισμα, όπου η Πρωθυπουργός Μελόνι υπέστη μία μεγάλη ήττα. Το ερώτημα του δημοψηφίσματος: να μείνουν ως έχουν τα ιταλικά δικαστικά συμβούλια ή να χωρισθούν σε ξεχωριστό για τον εισαγγελικό κλάδο και ξεχωριστό για τους δικαστές της τακτικής δικαιοσύνης και να συγκροτούνται με συμμετοχή και της βουλής και «αναγνωρισμένων προσωπικοτήτων» της νομικής επιστήμης; «Δεν έγινε όμως αντιληπτό ως «τεχνικό» το θέμα από τον ιταλικό λαό, και η σχετική πολιτική ετυμηγορία του κλόνισε μία κατά τα λοιπά πανίσχυρη κυβέρνηση.
Το τρίτο ειδικότερο θέμα είναι μάλλον ευρύτερο: αφορά στην αποτελεσματική συνταγματική κατοχύρωση των δημοσίων αγαθών. Σήμερα η ίδια η έννοια «δημόσιο αγαθό» κλονίζεται, και ιδεολογικά, κυρίως όμως στην πράξη, όταν όλο και περισσότερα από αυτά που γνωρίζαμε ως δημόσια αγαθά μεταπίπτουν σταδιακά (κάποτε και απότομα) στην σφαίρα του αγοραίου προϊόντος. Έτσι, ανεπαισθήτως, βρισκόμαστε με λιγότερο δημόσιο χώρο, π.χ., λιγότερες παραλίες για απλώσουμε την πετσέτα μας ή στενότερα πεζοδρόμια για να περπατούμε. Με λιγότερα δημόσια μέσα μεταφοράς, αφού η επιλογή «αυτοκίνητο» έχει συντρίψει την επιλογή «τραίνο». Με την παροχή νερού, πόσιμου νερού, να στρέφεται προς τη μεταβολή της σε αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Με τα κέντρα παροχής υγείας να υποκαθίστανται όλο και περισσότερο από τα health centers. Με την ανώτατη παιδεία (μαζί και τις επαγγελματικές ελπίδες και προοπτικές ζωής χιλιάδων και χιλιάδων νέων ανθρώπων) να προσφέρεται, με το γνωστό πρόσφατο θεσμικό colpo grosso της εξόντωσης του άρθρου 16, βορά στην college industry. Με την κατοικία, όχι απλώς ως παροχικό δικαίωμα, αλλά ως θεσμική υποχρέωση του κράτους να θεσπίσει τα αναγκαία για την δημιουργία πραγματικής δυνατότητας στέγης να μεταπίπτει σε ένα ακόμη πεδίο real estate business. Με την ίδια την δημόσια ασφάλεια να μεταβάλλεται όλο και περισσότερο σε security. Θα μπορούσα να επεκταθώ σε αρκετά περισσότερα, δεν το κάνω όμως διότι η ουσία της παρατήρησής μου είναι να αναδειχθεί το θέμα, όχι να απαριθμηθούν οι επιμέρους εκφάνσεις του.
Γνωρίζω ότι τα παραπάνω συνεπάγονται δημοσιονομική επιβάρυνση. Πράγματι, τίποτε δεν γίνεται δωρεάν, αλλά άλλο είναι να αντιμετωπίζονται τα οικονομικά μιας κοινωνίας ως άθροισμα των επί σκοπώ κέρδους δραστηριοτήτων και μόνον, και άλλο να αντιμετωπίζεται η οικονομική διάσταση της διασφάλισης των δημοσίων αγαθών ως ζήτημα δημοσίων οικονομικών.
Και μια ακόμη απαραίτητη παραπληρωματική παρατήρηση. Κανένα δημόσιο αγαθό δεν μπορεί να προστατευθεί αποτελεσματικά χωρίς ισχυρό και αποτελεσματικό κράτος. Ισχυρό δεν σημαίνει πολυάριθμο -σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις σημαίνει και το αντίθετο. Σημαίνει όμως επαρκώς και κατάλληλα στελεχωμένο, ικανό να σχεδιάζει, να αποφασίζει, να εκτελεί, να ελέγχει. Η πολιτική επιλογή της σημερινής κυβέρνησης -η ευτελέστερη εκδοχή ενός βαλκάνιου χυδαίου νεοφιλελευθερισμού- είναι η συστηματική απίσχναση του κράτους και ο περιορισμός του σε μια τυπική επικύρωση αποφάσεων και έργου άλλων, που εμφανίζεται σαν δικό του. Ενδεικτικά: η αύξηση των μετακλητών και ο πολλαπλασιασμός διαφόρων αντιστοίχων κατηγοριών εργαζομένων σε διάφορους δημόσιους φορείς δεν είναι μόνον καλοπληρωμένα ρουσφέτια. Είναι και η σταδιακή μετακύλιση των λειτουργικών αρμοδιοτήτων, ικανοτήτων και δυνατοτήτων των κρατικών υπηρεσιών σε εργολήπτες κρατικής εξουσίας. Η εκπόνηση συνθετότερων μελετών, προγραμμάτων κρατικής δραστηριότητας κλπ. συστηματικά ανατίθεται σε εξωτερικούς συμβούλους. Π.χ., για να μείνω στο νομικό αντικείμενο, είναι γνωστό ότι συχνότατα προσλαμβάνονται δικηγορικά γραφεία για να συντάξουν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις, που στη συνέχεια προωθούνται για την τυπική αποδοχή τους -ουσιαστικά επικύρωση- από τη βουλή ή το όποιο κατά περίπτωση αρμόδιο κρατικό όργανο. Άλλοι από αυτούς τους εργολήπτες δίνουν καλή δουλειά, άλλοι όχι -δεν είναι αυτό το ουσιώδες. Το ουσιώδες είναι ότι κάθε περίπτωση σημαντικού έργου του κράτους και των δημοσίων οργανισμών εισέρχεται στη σφαίρα του outsourcing.
Ας κλείσω με το Σύνταγμα. Αν κάτι προσπάθησα να πω με τις παραπάνω αποσπασματικές μου σκέψεις είναι ότι σήμερα το αίτημα «Σύνταγμα» συνδέεται ευθέως με την επιδίωξη μιας κοινωνικής και θεσμικής ανασύνταξης της πολιτείας μας, με, χωρίς ή και ανεξάρτητα από μία τυχόν αναθεώρησή του. Το Σύνταγμα, για να επανέλθω σε μια μνημειώδη εικόνα του Αλεξάνδρου Σβώλου, εγκοιτώνει την κοινωνική ύλη. Δεν την υποκαθιστά. Αλλά και η κοινωνική ύλη και οι πολιτικές της εκδηλώσεις δεν κινούνται εική και ως έτυχε. Από θεσμούς και νομικούς κανόνες διέρχονται, τους διαμορφώνουν και ταυτόχρονα επηρεάζονται και οι ίδιες από αυτούς. Αυτήν την διαλεκτική σχέση προσπάθησα να δείξω.
Ευχαριστώ.

