Ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, αλλά και χρήσιμες προτάσεις για τους συνδικαλιστικούς και πολιτικούς δρώντες αναδείχθηκαν από τους ομιλητές και ομιλήτριες, Κώστα Γενιδούνια, Χρήστο Γούλα, Αριστείδη Καζάκο, Θεανώ Κακουλίδου και Κατερίνα Τσατσαρώνη, στη διαδικτυακή εκδήλωση για την παρουσίαση της έρευνας Συνθήκες εργασίας στην Ελλάδα. Εμπειρίες και στάσεις γύρω από την αγορά εργασίας που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, με συντονιστή τον δημοσιογράφο Γιώργο Τραπεζιώτη (Στο Κόκκινο).

 

 

Την συζήτηση άνοιξε η Κατερίνα Τσατσαρώνη, οικονομολόγος, ερευνήτρια στο ΙΝΠ, συντονίστρια της θεματικής Εργασία-Κοινωνικό Κράτος-Αλληλεγγύη και υπεύθυνη σχεδιασμού και ανάλυσης της έρευνας, η οποία και παρουσίασε τα βασικά ευρήματά της.

Ξεκινώντας από τα ζητήματα της τηλεργασίας, η Κ. Τσατσαρώνη υπογράμμισε τη διαφοροποίηση που καταγράφεται μεταξύ όσων δούλευαν και πριν την έναρξη της πανδημίας από απόσταση και όσων δούλεψαν για πρώτη φορά με τηλεργασία μέσα στην πανδημία, στους οποίους η εμπειρία αυτή έχει πιο αρνητική αποτύπωση. Σε ό,τι αφορά στο νέο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο ψηφίστηκε τον Ιούνιο και περιλάμβανε διάφορες διατάξεις για την τηλεργασία, η Κ. Τσατσαρώνη στάθηκε ιδιαίτερα στην ελλιπή ενημέρωση, καθώς το 60% των εργαζομένων απάντησε ότι γνωρίζει από λίγο έως και καθόλου τις διατάξεις αυτές, αλλά και στην “επιφυλακτικότητα και απαισιοδοξία” που, όπως είπε, διατυπώνουν οι εργαζόμενοι ως προς το αν θα εφαρμοστούν τελικά τα επιμέρους μέτρα (ανάληψη του κόστους της τηλεργασίας από τον εργοδότη, δικαίωμα αποσύνδεσης κ.λπ.). Η Κ. Τσατσαρώνη σημείωσε πάντως ότι το ποσοστό όσων θεωρούν αρνητικό το ενδεχόμενο γενίκευσης της τηλεργασίας στο μέλλον (48%), αν και παραμένει πολύ υψηλό, είναι μικρότερο σε σύγκριση με την έρευνα του 2020, γεγονός που πιθανόν σχετίζεται με το ότι “οι εργαζόμενοι έχουν μια καλύτερη προσαρμογή πλέον“, όπως είπε, “και οι ίδιοι αλλά και οι εργοδότες τους“.

Σε σχέση με το κεφάλαιο του εργάσιμου χρόνου, η Κ. Τσατσαρώνη υπενθύμισε ότι η Ελλάδα κατέχει την υψηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τις ώρες εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό – σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας του ΙΝΠ – η ομιλήτρια στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι “το 77,6%, δηλαδή ένα πολύ μεγάλο ποσοστό θεωρεί ότι η ρύθμιση του νέου νόμου 4808/2021 δεν είναι προς το συμφέρον των εργαζομένων, αλλά θα είναι προς το συμφέρον των εργοδοτών που απλά θα καταφέρουν να απασχολούν ακόμα περισσότερες ώρες τους εργαζομένους τους, χωρίς τελικά να τους αμείβουν όπως θα έπρεπε“. Αντίστροφα, συνομιλώντας και με τη διεθνή και ευρωπαϊκή συζήτηση, το 60% σύμφωνα με την Κ. Τσατσαρώνη απάντησε ότι θεωρεί εφικτή τη μείωση του εργάσιμου χρόνου. “Ρωτώντας τους λοιπόν“, συνέχισε η Κ. Τσατσαρώνη, “αν αυτό συνέβαινε, δηλαδή αν πηγαίναμε είτε σε μια λιγότερη μέρα εργασίας είτε σε λιγότερες ώρες, ποιες θεωρούν ότι θα είναι η επίδραση στη ζωή τους, αλλά και στην κοινωνία, είδαμε ότι οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες θεωρούν σε όλα τα πλαίσια, δηλαδή και στην προσωπική τους ζωή και στην κοινωνία, αλλά και στον ίδιο τους τον εργοδότη, ότι θα έχει να αποφέρει μόνο θετικά. Το 84% μας απάντησε ότι θα έχει θετική επίδραση στην ψυχολογική και σωματική του υγεία. Το ίδιο περίπου ποσοστό μας απάντησε ότι θα είναι θετικό και για την οικογενειακή και προσωπική του ζωή, αλλά ταυτόχρονα ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, το 75% σχεδόν μας απάντησε ότι αυτό θα έχει και αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας και το 61% ότι αυτό θα αυξήσει και τα κέρδη των επιχειρήσεων“.

Περνώντας στο επόμενο κομμάτι της έρευνας που αφορούσε τους μισθούς, η Κ. Τσατσαρώνη ανέφερε ότι “μόνο ένας στους 4 εργαζόμενους και εργαζόμενες είναι ικανοποιημένος αυτή τη στιγμή από τη σχέση του μισθού του και της εργασίας που το ίδιο παρέχει και μάλιστα το 91,3% μας απάντησε ότι οι μισθοί αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι χαμηλοί και θα έπρεπε να αυξηθούν“. Ειδικότερα δε για τον κατώτατο μισθό, ο οποίος – όπως υπογράμμισε η ομιλήτρια – απασχολεί ιδιαίτερα τη συζήτηση στη χώρα μας, παρότι παραμένει καθηλωμένος σε χαμηλά επίπεδα, σύμφωνα με τους συμμετέχοντες στην έρευνα του ΙΝΠ, “σχεδόν το 72% αν λαμβάνει ήδη τον κατώτατο μισθό ή αν λάμβανε τον κατώτατο μισθό, δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα στις καθημερινές του ανάγκες, ενώ το 91% απάντησε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού θα έχει θετική επίπτωση τόσο στα νοικοκυριά όσο και στην αγοραστική κίνηση“.

Τέλος, παρουσιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας για τον συνδικαλισμό και τις μορφές διεκδίκησης, η Κ. Τσατσαρώνη τόνισε ότι “δυστυχώς ένα μεγάλο και πλειοψηφικό ποσοστό της τάξης του 58% μας απάντησε ότι είτε συμμετέχει σπάνια είτε δεν συμμετέχει ποτέ στις διαδικασίες και δράσεις του συνδικαλιστικού φορέα τους, με τον έναν στους 4 από αυτούς να δηλώνει ότι θα ήθελε να συμμετέχει, αλλά στην εργασία του δεν υπάρχει ο αντίστοιχος φορέας“. Ως προς τις πιθανές αιτίες, η Κ. Τσατσαρώνη, αναφερόμενη και σε πρόσφατες μελέτες του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, στάθηκε στην λογική της ανάθεσης που υπάρχει μεταξύ των εργαζομένων, που μεταφέρουν σε άλλους την ευθύνη του να προσπαθήσουν να φτιάξουν την εργασιακή πραγματικότητα στο σήμερα, αλλά και στην απογοήτευση των εργαζομένων, και ειδικά των νέων, από τα συνδικάτα, ενώ δεν παρέλειψε να σημειώσει και το γεγονός ότι πολλοί εργαζόμενοι θεωρούν ότι οι συνδικαλιστές βρίσκονται μακριά από τον εργασιακό κίνδυνο που οι ίδιοι αντιμετωπίζουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας του ΙΝΠ στα οποία παρέπεμψε η Κ. Τσατσαρώνη, ότι μόνο το 21,5% των ερωτώμενων που είχαν υποστεί κάποια παραβίαση των εργασιακών τους δικαιωμάτων απάντησε ότι υπέβαλε κάποια καταγγελία, ενώ για τους υπόλοιπους που δεν το έπραξαν, οι δύο κυριότεροι λόγοι είναι, πρώτον, ότι γνώριζαν ότι πίστευαν ότι δεν θα δικαιωθούν και, δεύτερον, γιατί πίστευαν ότι αν μαθευτεί ότι οι ίδιοι κάνουν την καταγγελία, θα τους δημιουργούσε πρόβλημα σε μελλοντική εργασία.

Συνοψίζοντας τα συμπεράσματα της έρευνας, η Κ. Τσατσαρώνη ανέφερε τα εξής: “Πρώτον, αυτό το οποίο βλέπουμε είναι ότι το επίπεδο των μισθών αποτελεί ένα πολύ σοβαρό θέμα στο σήμερα για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες και πρέπει να παρθούν νομοθετικές και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, ώστε να έχουμε πραγματικά μια πραγματική αύξηση στο επίπεδο των μισθών. Το δεύτερο που φάνηκε και πρέπει να δούμε πώς στο μέλλον θα μπορούσε να λυθεί, είναι ότι υπάρχει ξεκάθαρα ένα έμφυλο και ένα για ηλικιακό χάσμα. Το τρίτο είναι ότι δημιουργούνται νέες μορφές εργασίας, όπως είναι η τηλεργασία, και θα πρέπει σιγά-σιγά να ξεκινήσουμε όλοι και όλες να προσαρμοζόμαστε στην νέα πραγματικότητα και να δούμε πώς θα καταφέρουμε να συνεχίσουμε να έχουμε εργασιακά δικαιώματα και στις νέες μορφές τις οποίες ξεπηδάνε. Τέταρτον, ότι θα πρέπει να οδηγηθούμε σε μείωση της εργασίας και ίσως μια συζήτηση για μείωση και των τυπικών ωρών εργασίας, η οποία πια είναι πάρα πολύ επίκαιρη και είναι ίσως η ώρα που πρέπει να έρθει στο τραπέζι. Και, τέλος, εννοείται ότι λόγω των νέων μορφών εργασίας λόγω και του covid και όλων των συνθηκών, θα πρέπει και οι συνδικαλιστές και οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες, να βρούνε ένα νέο επίπεδο διεκδικήσεων, να βρουν νέες μορφές και να μπορέσουν να εντάξουν όλους και όλες της εργαζόμενες σε αυτές τις νέες μορφές διεκδίκησης“.

 

Τον κύκλο των σχολίων και παρεμβάσεων άνοιξε ο Χρήστος Γούλας, δρ. Πολιτικών και Συστημάτων Δια Βίου Εκπαίδευσης και διευθυντής του ΙΝΕ και του ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ, ο οποίος επισήμανε ότι η έρευνα του ΙΝΠ είναι πολύ σημαντική αφού “έχει πολύ μεγάλο εύρος και περιλαμβάνει όλες τις διαστάσεις που θα λέγαμε ότι συνθέτουν την ποιότητα στην εργασία“, τονίζοντας επίσης ότι πολλά από τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της έρευνας αυτής αυτής είναι πολύ κοντά και στις ερευνητικές πρωτοβουλίες του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ.

Ο Χρ. Γούλας στάθηκε ιδιαίτερα σε τρία σημεία από τα συμπεράσματα της έρευνας. Το πρώτο είναι, όπως είπε, “η μεγάλη ανησυχία, ο μεγάλος προβληματισμός, η απαισιοδοξία, ο φόβος που έχουν οι Έλληνες εργαζόμενοι είτε του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα είτε με μπλοκάκια, κάτι που προκύπτει συνεχώς και στις δικές μας έρευνες, σε σχέση με την απώλεια της θέσης εργασίας τους, τη βελτίωση της αμοιβής τους -και οι δικές μας έρευνες δείχνουν ότι τον τελευταίο χρόνο ο δείκτης εξέλιξης των αμοιβών συνεχώς πέφτει- και βεβαίως μεγάλη απαισιοδοξία σε σχέση με τα εργατικά δικαιώματα και αυτά που λέμε την ποιότητα της εργασίας“.

Η δεύτερη παρατήρηση του Χρ. Γούλα είχε να κάνει με την έμφυλη διάσταση των ευρημάτων, αλλά και κυρίως με την ηλικιακή διάκριση που παρατηρείται. Όπως είπε, “οι νέοι άνθρωποι έως 29 ετών είναι από μόνοι τους μια κατηγορία. Συνεχώς χάνουν δικαιώματα, χάνουν αμοιβές. Είναι αυτοί που έχουν τις περισσότερες ευελιξίες στην αγορά εργασίας, μερική απασχόληση, μπλοκάκια, εκ περιτροπής είναι αυτοί που απομακρύνονται συνεχώς από τα συνδικάτα, είναι αυτοί οι οποίοι είναι πιο απαισιόδοξοι, πιο κριτικοί και το πρόβλημα είναι ότι χάνουν την εμπιστοσύνη τους στο συλλογικό και διαπιστώνουμε και από τις δικές μας ποιοτικές έρευνες ότι έχουν μια μεγαλύτερη ατομική στάση για προκειμένου να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις δύσκολες ανάγκες της αγοράς εργασίας“.

Το τρίτο σημείο στο οποίο στάθηκε ο Χρ. Γούλας αφορούσε την τηλεργασία. Όπως σημείωσε, “το μεγάλο εύρημα της έρευνας είναι ότι το 37% περίπου των εργαζομένων συνεχίζουν να εργάζονται με τη μορφή της τηλεργασίας και μετά τη λήξη της πανδημίας“, το οποίο εκτίμησε ότι είναι μεγαλύτερο μεταξύ των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Όπως είπε, “η δική μας έρευνα έχει δείξει ότι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα είναι εξαιρετικά ανήσυχοι και κρίνουν αρνητικά την τηλεργασία, κυρίως τη θεωρούν ένα όχημα το οποίο τελικά θα συντελέσει σε μεγαλύτερη απώλεια δικαιωμάτων, αμοιβών και χρόνο εργασίας, έχουν δηλαδή μια κρίση εμπιστοσύνης στην τηλεργασία“.

Ο Χρ. Γούλας αναφέρθηκε μάλιστα στην πρόσφατη έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για τον δείκτη της ποιότητας στην εργασία, τονίζοντας ότι “η Ελλάδα είναι η τελευταία χώρα στο λεγόμενο στο συνολικό δείκτη ποιότητας στην εργασία, αφού με βάση τα τελευταία στοιχεία από το τέλος του 2019 η Ελλάδα στον σχετικό δείκτη βαθμολογείται με 0,31 ένανι 0,60 του ευρωπαϊκού μέσου όρου“. Ως προς τους επιμέρους υποδείκτες που συνθέτουν την ποιότητα στην εργασία, ο Χρ. Γούλας στάθηκε ιδιαίτερα στο εισόδημα, αναφέροντας ότι με βάση την ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την οικονομία και την απασχόληση, “μόνο η αύξηση της τιμής των εξόδων στέγασης, μεταφοράς και τροφίμων, μείωσε την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων εργαζομένων στο επίπεδο του κατώτατου μισθού κατά 7,4% και η συνεχιζόμενη αύξηση στις τιμές ενέργειας θεωρούμε ότι μειώνει τον κατώτατο μισθό κατά 10% τον μήνα“. Ως προς τον δεύτερο δείκτη ποιότητας της εργασίας, τις άτυπες μορφές απασχόλησης, η Ελλάδα καταγράφει, όπως υπενθύμισε ο Χρ. Γούλας, “σκορ” 0,5 έναντι 0,8 του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ενώ, ως προς τον τρίτο δείκτη ποιότητας, τον χρόνο εργασίας, στην Ελλάδα καταγράφεται ο μεγαλύτερος χρόνος εργασίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο δεύτερος μεγαλύτερος σε 30 χώρες της Ευρώπης, με τελευταία την Τουρκία. Ως προς τον δείκτη ανάπτυξης δεξιοτήτων και επαγγελματικής εξέλιξης, που δείχνει, σύμφωνα με τον ομιλητή, την προοπτική για την επαγγελματική κινητικότητα των εργαζομένων, πάλι βρισκόμαστε στην τελευταία θέση με 0,30 έναντι 0,68 του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τους θεσμούς εκπροσώπησης των εργαζομένων στην Ελλάδα, ο Χρ. Γούλας υπογράμμισε ότι “η κάλυψη των εργαζομένων από κλαδικές συμβάσεις εργασίας με τα τελευταία επίσημα στοιχεία του 2017 είναι το 15% στο σύνολο του εργατικού δυναμικού του ιδιωτικού τομέα, τελευταίο σε επίπεδο ευρωπαϊκού μέσου όρου πάλι και είμαστε βέβαιοι ότι σε αυτή την τριετία αυτό έχει πέσει κάτω από το 10%, καθώς ελάχιστες κλαδικές συμβάσεις εργασίας έχουν επεκταθεί και όσες έχουν επεκταθεί έχουν επεκταθεί με μηδενικές αυξήσεις. Ένας πολύ σημαντικός δείκτης είναι αυτός και δείχνει και την ποιότητα του κοινωνικού διαλόγου και πόσο κακό έκανε η όλη ιστορία τους δεκαετίας της οικονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας“.

Αντίστοιχα, σε σχέση με τη συνδικαλιστική πυκνότητα, ο Χρ. Γούλας θύμισε ότι με τα τελευταία στοιχεία του 2016 του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα είναι από τις τελευταίες θέσεις με 10 5% συνδικαλιστική πυκνότητα, όταν ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι κοντά στο 27%. “Το έλλειμμα της συνδικαλιστικής πυκνότητας“, σύμφωνα με τον ίδιο, “η κρίση εμπιστοσύνης που έχουν στα συνδικάτα και συλλογικότητες είναι ένα πολυδιάστατο εύρημα και αυτό το ποσοστό στους νέους πολλαπλασιάζεται, το οποίο χρειάζεται μια ιδιαίτερη έρευνα. Εγώ σε αυτή τη φάση θα μπορούσα να πω ότι από τα επίσημα συνδικάτα, είτε σε δευτεροβάθμιο είτε σε τριτοβάθμιο επίπεδο, έχουν αφαιρεθεί όλα τα θεσμικά εργαλεία προκειμένου να μπορούν να διαπραγματεύονται και να καθορίζουν σε ένα αξιοπρεπή βαθμό τις συνθήκες εργασίας, τις αμοιβές των μελών τους, δεν έχουν πια σχεδόν κανένα εργαλείο να διαπραγματεύονται με τους εργοδότες, να διαπραγματεύεται με το κράτος, τους αφαιρέθηκαν οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, τους αφαιρέθηκε η δυνατότητα να καθορίζουν τον κατώτατο μισθό, τους αφαιρέθηκε η δυνατότητα να διαμορφώνουν κοινωνικό διάλογο που θα μπορούσε να διαμορφώσει θεσμικά και ωράρια εργασίας και μισθούς και χρόνο εργασίας και άλλα ζητήματα που αφορούν τους Έλληνες εργαζόμενους. Όταν, λοιπόν, στην υπόλοιπη Ευρώπη υπάρχουν χώρες κυρίως της Κεντρικής Ευρώπης και της Σκανδιναβίας που δίνουν στα συνδικάτα θεσμικά εργαλεία να διαπραγματεύονται πώς περιμένουμε η συνδικαλιστική πυκνότητα να έχει να έχει άνοδο;“, διερωτήθηκε.

 

Τη σκυτάλη του σχολιασμού πήρε η Θεανώ Κακουλίδου, δρ. Οικονομικών της Εργασίας και μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Economic and Social Research Institute (ESRI) του Δουβλίνου, η οποία ξεκίνησε σημειώνοντας τη σημασία που έχει η περιοδικότητα με την οποία πραγματοποιείται η έρευνα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, αλλά και το γεγονός ότι είναι σχεδιασμένη με τρόπο που να αναδεικνύει την οπτική γωνία των ίδιων των εργαζομένων.

Με αφορμή δε την παρατήρηση αυτή η Θ. Κακουλίδου αναφέρθηκε ιδιαίτερα και στο ζήτημα των επίσημων στοιχείων που έχουμε στη διάθεσή μας. Ξεκινώντας από τα ευρήματα για την πλήρη και την προσωρινή απασχόληση, η ομιλήτρια ανέφερε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία εδώ προέρχονται βασικά από την ΕΛΣΤΑΤ, που ζητά απευθείας από τους εργαζόμενους την αληθινή εργασιακή τους κατάσταση, και μετά υπάρχουν τα διοικητικά στοιχεία από την “Εργάνη” και τον ΕΦΚΑ, όπου τα στοιχεία υποβάλλονται από τους εργοδότες, υπογραμμίζοντας τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που καταγράφονται μεταξύ των διαφορετικών αυτών πηγών.

Όπως είπε, “ειδικά για την πλήρη απασχόληση, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Η ΕΛΣΤΑΤ, όπως και η έρευνα που Ινστιτούτου, καταγράφει ένα ποσοστό πλήρους απασχόλησης πάνω από 90%, ενώ οι διοικητικές πηγές καταγράφουν ένα μέσο όρο της τάξης του 70%. Τι μπορεί λοιπόν να μας λέει αυτή η διαφορά; Ότι πιθανότατα υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό εργαζομένων που είναι υποδηλωμένο, εργαζόμενοι που εμφανίζονται ως μερικής απασχόλησης στα επίσημα διοικητικά στοιχεία, όταν δηλαδή οι εργοδότες πηγαίνουν και δηλώνουν τον εργαζόμενο, αλλά παρόλα αυτά ο ίδιος εργαζόμενος έρχεται και λέει ότι η εργασία του είναι πλήρους απασχόλησης“. Αντίστοιχες δε παρατηρήσεις έκανε η Θ. Κακουλίδου και για τις διαφοροποιήσεις που εμφανίζονται ως προς την μόνιμη  ή προσωρινή απασχόληση, υπογραμμίζοντας ότι στην έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφεται σταθερά ένα ποσοστό 90% που έχουν μόνιμη σύμβαση εργασίας,  κάτι που η ίδια θεωρεί περίεργο, με δεδομένο ότι μεσολάβησε η δεκαετία της κρίσης, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι είναι πιθανόν το ποσοστό του 75% που καταγράφεται στην έρευνα του Ινστιτούτου, αν και με μικρότερο δείγμα, να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Όπως σημείωσε η Θ. Κακουλίδου, “τα στατιστικά στοιχεία μπορεί να φαίνονται αρκετά τεχνικά, όμως όταν κοιτάμε σφαιρικά και συγκριτικά, μπορούμε και έχουμε μια πιο συνολική κατα εικόνα της κατάστασης στην αγορά εργασίας. Μπορεί κάθε έρευνα ξεχωριστά να έχει διαφορές μεταξύ των στοιχείων, που έχουν σημασία ακριβώς γιατί μας βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα τι πραγματικά συμβαίνει, ενώ η κάθε βάση δεδομένων ή έρευνα μπορεί να επικεντρώνεται σε ένα σημείο και να δίνει μια αποσπασματική πληροφορία. Πρέπει λοιπόν να αρχίσουμε νομίζω να συζητάμε ανοικτά το πώς μπορούμε να συνδέσουμε αυτές τις βάσεις δεδομένων, κάτι που συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες να διαθέτουν στοιχεία από τις από τις διοικητικές αρχές και αντίστροφα. Και ιδιαίτερα στη χώρα μας, όταν έχουμε πληροφοριακά συστήματα όπως του ΕΦΚΑ και της “Εργάνη”, τα οποία είναι πάρα πολύ πλούσια και τα οποία θα μπορούσαν να είναι πάρα πολύ χρήσιμα, τέτοιοι προβληματισμοί δεν αφορούν μόνο μια στατιστική αρχή ή τους ερευνητές, πρέπει κατά κύριο λόγο να αφορούν την κυβέρνηση και τον πολιτικό κόσμοΑπό αυτά μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτό που χρειάζεται να παρέμβει το κράτος“.

Μάλιστα, η Θ. Κακουλίδου στηλίτευσε ιδιαίτερα το “σοκαριστικά μεγάλο“, όπως το χαρακτήρισε, έλλειμμα στατιστικών και διοικητικών στοιχείων που αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σημειώνοντας ότι “η έλλειψη στοιχείων δεν είναι αποτέλεσμα τεχνικής αδυναμίας. Είναι μια πολιτική απόφαση. Πιθανότητα η κυβέρνηση έχει αποδεχθεί ότι η πλήρης αποτύπωση των αρνητικών τάσεων στην αγορά εργασίας θα βγάλει μια λανθασμένη επικοινωνιακή εικόνα, η οποία όμως στο τέλος οδηγεί να μην έχουμε εξειδικευμένες πολιτικές“. Αντίστοιχα, όπως είπε η ομιλήτρια, θα έπρεπε να προβληματιστεί η κυβέρνηση και η ΕΛΣΤΑΤ για το κατά πόσο θα έπρεπε να τροποποιηθούν οι στατιστικές μέθοδοι, αφού οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται “είναι προσαρμοσμένοι σε μία κανονικότητα που πλέον δεν υπάρχει“, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Όπως υπογράμμισε, το μείζον δεν είναι η διαθεσιμότητα των στοιχείων που ενδιαφέρει τους ερευνητές, αλλά το ότι η κυβέρνηση αποφασίζει στη βάση λάθος υποθέσεων.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο στάθηκε η Θ. Κακουλίδου είναι αυτό της επισφάλειας. Όπως τόνισε, με βάση τα ευρήματα της έρευνας, το 20% των εργαζομένων φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά του τον επόμενο χρόνο, με το ποσοστό να ξεπερνά το 50% των εργαζομένων με μπλοκάκι, το 25% των εργαζομένων εργάζονται σε θέσεις προσωρινής απασχόλησης, 60% των εργαζομένων δεν μπορούν να επιβιώσουν με το μισθό τους, ενώ η πλειοψηφία θεωρεί ότι απαιτείται αύξηση των μισθών, αλλά προεξοφλεί ότι δεν θα υπάρξει. Επίσης, το 54% των εργαζομένων με μπλοκάκι και 33% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα αμείβεται με λιγότερα από 800 € το μήνα, 70% των εργαζομένων θεωρεί ότι υποαμείβεται, 34% των ερωτώμενων δήλωσε ότι παραβιάστηκε το συμφωνημένο ωράριό του τον τελευταίο χρόνο και το 35% ότι δεν έχει προβεί σε καταγγελία γιατί δεν θα δικαιωθεί. Όπως είπε, “όλα αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν το πλέον ανησυχητικό, ότι η επισφάλεια στην αγορά εργασίας είναι διάχυτη παντού, δεν αφορά μόνο μια συγκεκριμένη ζώνη περισσότερο περιθωριοποιημένων εργαζόμενων. Τείνει να γίνει μια διαρκής συνθήκη και να αποτελέσει τη νέα κανονικότητα“.

Η Θ. Κακουλίδου θύμισε μάλιστα ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η πρόσφατη μελέτη της ίδιας και των Μ. Τουρτούρη, Κ. Μελίδη και Π. Κορφιάτη για λογαριασμό του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, όπου φάνηκε ότι “η συνεχής απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων διεύρυνε τη ζώνη επισφαλείας και επέδρασε στο χαρακτήρα της τυπικής εργασιακής σχέσης, ανατρέποντας σταθερές ακόμη και για όσους εργαζόμενους ανήκουν στον πυρήνα“. Ταυτόχρονα όμως, η μελέτη ανέδειξε, όπως είπε, ότι “οι πολιτικές του 2015-2019 και κυρίως από τον Αύγουστο του 2018 και μετά, η νομοθέτηση μέτρων προστασίας της εργασίας, σε συνδυασμό με την προσπάθεια ενίσχυσης της επιβολής της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας μέσω της ενίσχυσης του ΣΕΠΕ, είχαν θετικές επιπτώσεις, κυρίως μάλιστα για τους πιο ευάλωτους εργαζόμενους, για τους νέους και τους εργαζόμενους με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Είδαμε λοιπόν στην πράξη ότι η επισφάλεια στην αγορά εργασίας στο τέλος της ημέρας είναι απόρροια πολιτικών αποφάσεων και αν υπήρχε η πολιτική βούληση θα μπορούσε να περιοριστεί“. 

Ειδικά για την περίοδο της πανδημίας, η Θ. Κακουλίδου υπογράμμισε ότι υπήρξε μια έστω και παροδική αύξηση του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού, το οποίο αποτυπώνεται σε έναν σημαντικό αριθμό εργαζομένων που βρίσκεται εγκλωβισμένος, όπως είπε, “σε μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην εργασία και την ανεργία, με το εργασιακό του μέλλον αβέβαιο“, ενώ ταυτόχρονα είδαμε ότι καταγράφηκε την περίοδο της πανδημίας μια διπλή μείωση των εισοδημάτων, είτε μέσω της μείωσης των ωρών εργασίας είτε με μείωση των αποδοχών ανά ώρα απασχόλησης, ενώ η σχετικοποίηση των διατάξεων εργατικής νομοθεσίας δημιούργησε, σύμφωνα με την ίδια, τις βάσεις τόσο για την αύξηση της εργοδοτικής παραβατικότητας, όσο και για τη διευρυμένη επαναδιαπραγμάτευση των όρων εργασίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η Θ. Κακουλίδου υπενθύμισε τις προτάσεις πολιτικής που διατυπώθηκαν στη σχετική μελέτη, που εντάσσονται σε μια μεγάλης κλίμακας στρατηγική, με βασικές προτεραιότητες την επαναρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την επαναθεμελίωση της έννοιας κοινωνικής προστασίας, πάνω σε τέσσερις βασικούς άξονες : Παρεμβάσεις για την ασφάλεια της εργασίας, την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων, τη ρύθμιση του χρόνου εργασίας και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Όπως σημείωσε, από την έρευνα του Ινστιτούτου προκύπτει ότι “πράγματα που εμείς είχαμε στο μυαλό μας σαν αναγκαία για την διασφάλιση των εργαζομένων στην αγορά εργασίας, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι απάντησαν κι αυτοί ότι τα θεωρούν αναγκαία“.

Ανέδειξε δε από την έρευνα τρία κρίσιμα σημεία: Πρώτον, τις αρνητικές προσδοκίες σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων για την τηλεργασία και την εφαρμογή του ελαστικού ωραρίου του πρόσφατου νόμου της κυβέρνησης, που σύμφωνα με την ίδια, “δείχνουν ότι ο κόσμος έχει αντιληφθεί σε μεγάλο βαθμό τον πραγματικό χαρακτήρα των παρεμβάσεων αυτών και το μεγάλο έλλειμμα εμπιστοσύνης που υπάρχει στην αγορά εργασίας. Αυτό που σε μεγάλο βαθμό αξιολογείται στο τέλος της ημέρας είναι το πώς οι εργοδότες κάνουν χρήση αυτών των μέτρων σε ένα περιβάλλον υπέρμετρης εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Κάθε χαλάρωση του πλαισίου γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης στο έπακρο“. Δεύτερον, την απουσία ηθικής και υλικής αναγνώρισης της συνεισφοράς των εργαζομένων. Και τρίτον, την αίσθηση αδυναμίας διεξόδου είτε ατομικής μέσω της καταγγελίας στο ΣΕΠΕ είτε συλλογικής μέσα από τα συνδικάτα. Όπως τόνισε η Θ. Κακουλίδου, “πρέπει να παραδεχτούμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ευρύτερο πρόβλημα. Ο κόσμος δυσκολεύεται να φανταστεί ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν και βλέπει αυτή την κατάσταση, αυτή τη διευρυμένη επισφάλεια σαν κάτι δεδομένο. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη γνώση που έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε, τον τρόπο που δρούμε και στην κοινωνική πραγματικότητα που, στο τέλος της ημέρας, καταλαβαίνει ο εργαζόμενος. Το τι πρέπει να γίνει είναι μία πολύ μεγάλη κουβέντα. Το πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση αυτής της απόστασης και γι’ αυτόν τον λόγο είναι αρκετά σημαντική η συμβολή της έρευνας Ινστιτούτου“.

 

Εισφέροντας την νομική, αλλά και πολιτική του ματιά, μέσα από την μεγάλη εμπειρία του, ο ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Αριστείδης Καζάκος, στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι οι ερωτώμενοι τοποθετήθηκαν αρνητικά για τα πρόσφατα μέτρα της κυβέρνησης, παρ’ όλο που -όπως επισήμανε- η εμπειρία από την εφαρμογή τους, όπως και η γνώση των εργαζομένων γι’ αυτά είναι εξαιρετικά περιορισμένη, αφού τα μέτρα δεν έχουν προλάβει ακόμη να εφαρμοστούν.

Χαρακτήρισε μάλιστα το γεγονός αυτό εντυπωσιακό, ειδικά αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι υπήρξε μια “ασύστολη προπαγάνδα υπέρ των μέτρων, που δεν άφησε κανένα περιθώριο για κριτική στα ΜΜΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι για εβδομάδες ολόκληρες ο υπουργός εργασίας, ο κύριος Χατζηδάκης, έβγαινε μόνος στις τηλεοράσεις και προπαγάνδιζε υπέρ του νομοθετήματος“. Κατά τον ίδιο, είναι δεδομένο ότι πλέον τα όρια της προπαγάνδας, ακόμη και της πιο ασύστολης, είναι πεπερασμένα, όπως φάνηκε λόγου χάρη από την εμπειρία του δημοψηφίσματος του Ιουλίου του 2015.

Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο στάθηκε ο Αρ. Καζάκος είναι οι απαντήσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας για τον ρόλο των συνδικάτων. Όπως είπε, “βρίσκω ότι είναι εντυπωσιακά υψηλό το ποσοστό αναγνώρισης του θετικού ρόλου των συνδικάτων, παρά την κρίση αξιοπιστίας που περνούν ακόμη. Ενδεχομένως οι ερωτώμενοι εννοούν τον ρόλο που θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να παίζουν τα συνδικάτα, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι έχουν μάλλον αρνητική γνώμη για τους συνδικαλιστές“.

Ένα άλλο εύρημα της έρευνας στο οποίο στάθηκε ο Αρ. Καζάκος είναι το γεγονός ότι στο ερώτημα εάν είναι εφικτή η μείωση του χρόνου εργασίας, οι γνώμες μοιράζονται. Αναρωτήθηκε δε εάν αυτό συμβαίνει γιατί θεωρούν οι ερωτώμενοι ότι δεν είναι εφικτή η μείωση από πολιτική συνδικαλιστική άποψη ή αν θεωρούν ότι δεν είναι εφικτή εξαιτίας των οικονομικών επιπτώσεων που θα είχε η μείωση του χρόνου εργασίες σε αυτό που, αρκετά παραπλανητικά, λέγεται για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.

Κάνοντας μια συνολικότερη κριτική στα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα στο πεδίο της εργασίας, ο Αρ. Καζάκος επισήμανε σχετικά με τον γνωστό “νόμο Χατζηδάκη” ότι όταν αυτός εφαρμοστεί πλήρως, “το περιβάλλον εργασίας, το περιβάλλον των εργασιακών σχέσεων, το θεσμικό περιβάλλον θα είναι εξαιρετικά δυστοπικό, γιατί αυτό που έγινε με το νομοθέτημα Χατζηδάκη είναι ότι ενισχύθηκε με ακραίο τρόπο η ατομική σύμβαση εργασίας και το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη σε βάρος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας“. Για παράδειγμα, όπως ανέφερε, μετά τον “νόμο Χατζηδάκη”, η διευθέτηση του χρόνου εργασίας γίνεται με ατομική σύμβαση και όχι με συλλογική σύμβαση, οι εργασίες στις πλατφόρμες διαμορφώνουν ένα “νέο εργοδοτικό Ελντοράντο“, όπου “ρυθμίζεται πια ελεύθερα από τον εργοδότη, που αφήνεται να επιβάλει στον εργαζόμενο ψευδο-ανεξάρτητη εργασία“, εξηγώντας ότι με τον νέο νόμο δεν είναι πια κυρίαρχη η νομική αξιολόγηση της εργασίας, ως εξαρτημένης, αλλά η ελεύθερη επιλογή του εργοδότη μεταξύ σύμβασης έργου ή σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Όπως χαρακτηριστικά είπε ο Αρ. Καζάκος, “ο εργοδότης με την ελεύθερη επιλογή του ουσιαστικά αφήνεται να δραπετεύσει από το πεδίο εφαρμγής της εργατικής νομοθεσίας“.

Επίσης, ως επιπλέον παραδείγματα ενίσχυσης του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, “με ακραίο τρόπο“, όπως είπε, στον “νόμο Χατζηδάκη”, ο Αρ. Καζάκος ανέφερε το γεγονός ότι παρατείνεται ο χρόνος χορήγησης της άδειας αναψυχής, η οποία πλέον μπορεί να χορηγείται μέχρι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου ημερολογιακού έτους, την προσθήκη επιπλέον εξαιρέσεων από την υποχρεωτική ανάπαυση κατά την Κυριακή και την επιλογή επίσης με απόφαση του εργοδότη της συνέχισης της λειτουργίας των επιχειρήσεων αυτών κατά τις Κυριακές και τις ημέρες αργίας, την εξουσία που δίνεται στον εργοδότη να παύει την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου, ευθύς με την κοινοποίηση της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με προειδοποίηση, το δικαίωμα μονομερούς επιλογής τηλεργασίας για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας κ.ο.κ.

Όπως εκτίμησε ο Αρ. Καζάκος, “όλα αυτά τα μέτρα ενίσχυσης της ατομικής σύμβασης εργασίας και του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, όταν θα γίνουν πράξη, θα δημιουργήσουν ένα εντελώς νέο περιβάλλον σε ότι αφορά τις γνώμες ιδίως των εργαζομένων για τα μέτρα αυτά“. Υπογράμμισε δε ότι “η ατομική σύμβαση εργασίας είναι η παρέμβαση της βίας και της ανομίας στις εργασιακές σχέσεις, γιατί είναι ισχυρότερος εργοδότης, μπορεί να υπαγορεύει το περιεχόμενο που επιθυμεί στην ατομική σύμβαση εργασίας -και τις ανομίες, διότι βεβαίως αποτέλεσμα μιας τέτοιας υπαγόρευσης του ισχυρότερου δεν μπορεί παρά να είναι η ανισοκατανομή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων“.

Επίσης, ο Αρ. Καζάκος υπενθύμισε ότι εκτός του ν. 4808/2021 (“νόμος Χατζηδάκη”), υπάρχει ένα άλλο νομοθέτημα, ο ν. 4635/2019, ο οποίος όπως είπε επιδρά με ακόμη πιο δραστικό τρόπο στην ποιότητα των εργασιακών σχέσεων, καθώς με αυτόν έχει εισαχθεί σειρά εξαιρέσεων από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ανοίγοντας πελώριες τρύπες στο δίχτυ προστασίας των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αντίστοιχα, μια άλλη αλλαγή που επίσης είναι επαχθής για τους εργαζόμενους είναι, σύμφωνα με τον ομιλητή, το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, το οποίο σύμφωνα με την απόφαση 2307/2014 της Ολομέλειας του ΣτΕ θεμελιώνεται στο ίδιο το Σύνταγμα και το οποίο, όπως είπε, “κυριολεκτικά ακρωτηριάζεται. Εκεί δηλαδή, όπου η εργοδοτική, η εργοδοτική αδιαλλαξία δεν επιτρέπει να φτάσουν τα μέρη στη σύναψη μιας σύμβασης εργασίας, κόβεται και ο δρόμος προς τη διαιτησία, διότι, όπως γνωρίζετε, η αίτηση είναι επικουρικός μηχανισμός που επιτρέπει τη θέσπιση συλλογικών ρυθμίσεων των όρων εργασίας“.

Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Αρ. Καζάκος σημείωσε: “Αν έκανα αυτή την πολύ σύντομη περιγραφή σε αδρές γραμμές του τοπίου στις εργασιακές σχέσεις, είναι για να δείξω ότι στις μετρήσεις που θα κάνετε σε επόμενες έρευνες οι αρνητικές γνώμες θα είναι πολύ περισσότερες και ενδεχομένως όχι μόνο από τους εργαζόμενους, αλλά και από το σύνολο της κοινωνίας, γιατί το σύνολο της κοινωνίας και της οικονομίας, εννοείται, επηρεάζεται από την κατάρρευση των μηχανισμών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων και θα το πληρώσουν και οι ίδιες οι επιχειρήσεις“.

 

Τον κύκλο των παρεμβάσεων έκλεισε -φέρνοντας στη συζήτηση και την οπτική των ίδιων των σωματείων- ο Κώστας Γενιδούνιας, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Προσωπικού Έλξης (Μηχανοδηγοί). Όπως ανέφερε, “είναι σημαντικό το ότι δίνεται η ευκαιρία να μιλήσουμε για τα δικαιώματα των εργαζομένων και να διαβάσουμε μαζί μια μελέτη που έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Και σε μια περίοδο μάλιστα όπου τα συνδικάτα βρίσκονται σε θέση άμυνας. Εν μέσω πανδημίας, και ενώ σε όλη την Ευρώπη είδαμε ότι γίνεται μια προσπάθεια για να προστατευθούν τα εργασιακά δικαιώματα, στη χώρα μας είχαμε την ψήφιση νόμων, οι οποίοι όχι μόνο δυσκόλευαν τις διαπραγματεύσεις, όπως πολύ σωστά είπαν οι προηγούμενοι ομιλητές, αλλά έχτισαν και αναχώματα με τις αναστολές συμβάσεων εργασίας, με το μονομερές δικαίωμα του εργοδότη να εφαρμόζει την πολιτική της εκ περιτροπής εργασίας σε χώρους στους οποίους οι επιχειρήσεις θίγονται από τον από την πανδημία“.

Όπως παραδέχτηκε ο Κ. Γενιδούνιας, “τα συνδικάτα αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε μια θέση άμυνας -και όχι μόνο τα τελευταία 12 χρόνια- προσπαθώντας να ρίξουν πολιτικές που επιβάλλονται συνήθως χωρίς την άποψη των εργαζομένων“. Με αυτή την έννοια χαρακτήρισε ως “πολύ ενθαρρυντικό” το γεγονός ότι σχεδόν το 51% των ερωτηθέντων στην έρευνα υποστηρίζουν ότι τα συνδικάτα παίζουν σημαντικό ρόλο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, “παρά τη φοβερή προπαγάνδα που έχει υποστεί η συλλογική μας μνήμη“, όπως είπε. Αντίστοιχα, στάθηκε ιδιαίτερα στο ότι το 71% απάντησε ότι δεν θα έπρεπε να καταργηθεί ο συνδικαλισμός και όλα θα πρέπει να ρυθμίζονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας και όχι με ατομικές διαπραγματεύσεις. Όπως υπογράμμισε ο ομιλητής, “αυτό είναι ένα ισχυρό μήνυμα σε μια περίοδο όπου υπάρχει ένα πραγματικό πρόβλημα, κυρίως λόγω της έλλειψης συνδικαλιστικής πυκνότητας, Αυτό το 15% που βρίσκουμε στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικό πρόβλημα για όσους είμαστε ιδίως στους πρωτοβάθμιους χώρους, ασχολούμαστε με τα συνδικάτα και προσπαθούμε συνεχώς να φέρουμε κόσμο, να εξηγήσουμε πώς μπορεί μέσα από τα σωματεία που αποτελούν το όπλο του, το όπλο ενάντια στην εργοδοσία. Πια αυτό είναι το μοναδικό ανάχωμα που έχει ο εργαζόμενος να αντιμετωπίσει αυτές τις πολιτικές και στους χώρους εργασίας“.

Ως προς τα αίτια αυτής της κατάστασης, ο Κ. Γενιδούνιας επισήμανε ότι “υπάρχει ένα πρόβλημα με την συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα και λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης, αλλά -επιτρέψτε μου να πω- και της διαχρονικής ευθύνης του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα, ιδιαίτερα σε πολύ υψηλό επίπεδο“. Έφερε μάλιστα το προσωπικό του παράδειγμα, από τον χώρο των σιδηροδρόμων, όπου υπήρξε η ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ το 2017, αλλά και δέκα διαφορετικά ασφαλιστικά καθεστώτα από το 1990 και μετά, με την κάθε ρύθμιση να είναι επαχθέστερη για τους νέους. Όπως είπε, “αυτή η κατάσταση αποθάρρυνε τους νέους από το να συμμετέχουν στα σωματεία, βλέπουν πολλούς από μας τους συνδικαλιστές και θεωρούν ότι εμείς έχουμε κάποια καλύτερη θέση. Εμείς έχουμε επιλέξει οι μηχανοδηγοί να είμαστε καθημερινά στην παραγωγή γιατί θεωρούμε ότι είμαστε δίπλα στους εργαζόμενους, καταλαβαίνουν και αυτοί ότι είμαστε ένα κομμάτι της, ότι αντιμετωπίζουμε τα ίδια προβλήματα και προσπαθούμε να κάνουμε όσο το δυνατόν λιγότερο χρήση των συνδικαλιστικών ελευθεριών μας“. Ο Κ. Γενιδούνιας υπογράμμισε ιδιαίτερα τη σημασία της συμμετοχής των εργαζομένων στα πρωτοβάθμια σωματεία. Φέρνοντας και πάλι το παράδειγμα της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, όπου παρά την ιδιωτικοποίηση, το συνδικάτο έχει υπογράψει συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες φέρονται ισότιμα στους νέους εργαζόμενους και έχουν καταφέρει το ποσοστό της συνδικαλιστικής συμμετοχής στα συνδικάτα να ξεπερνά το 90%.

Αναφερόμενος στο ζήτημα της τηλεργασίας, ο Κ. Γενιδούνιας υπενθύμισε ότι αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη υπάρχει ένας πολύ μεγάλος προβληματισμός. Ειδικά στο πλαίσιο αυτό υπογράμμισε ότι οι διαδικτυακές πλατφόρμες χρησιμοποιούν εργαζομένους από όλο τον κόσμο, με μισθολογικά καθεστώτα διαφορετικά, με ατομικές συμβάσεις που μπορούν να υπογράφουν ανά την υφήλιο, με εργαζόμενους που μπορούν να παρέχουν εργασία σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε χώρες που έχουν πολύ μεγαλύτερο και υψηλότερο μισθολογικό κόστος. Όπως τόνισε, σε αυτό το πλαίσιο “το συνδικάτο είναι πολύ μεγάλη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια. Πώς θα καταφέρει να διασφαλίσει ότι αυτό το άνοιγμα που θα είναι στην παγκόσμια οικονομία και την εργασία θα μπορέσει να προστατεύσει και τα συμφέροντα των εργαζομένων και προφανώς όχι μόνο ενημερώνοντας τους, αλλά και υπογράφοντες κάποιες συμβάσεις“. Κατά την εκτίμησή του, αυτό είναι κάτι που πρέπει αρχικά να αντιμετωπιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου όπως είπε “να μην γίνει αυτό που λέμε εμείς μισθολογικό ντάμπινγκ σε υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν σε διαφορετικές χώρες με πολύ υψηλότερο μισθολογικό κόστος εργαζόμενοι από άλλες χώρες όπου κυριαρχούν διαφορετικές συνθήκες εργασίας“.

Σε σχέση με το χρόνο εργασίας, ο Κ. Γενιδούνιας επισήμανε ότι η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των πρώτων χωρών σε χρόνο εργασίας, παρόλα αυτά όμως, όπως είπε, “είδαμε ότι με τον τελευταίο νόμο αυξάνεται ο μέγιστος χρόνος υπερωριακής απασχόλησης για κάθε εργαζόμενο σε 150 ώρες ετησίως, πράγμα που προφανώς δεν βοηθά την καταπολέμηση της ανεργίας. Και έχουμε και τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, όπου αντί να έχουμε συλλογικές συμφωνίες, δίνει τη δυνατότητα στον εργοδότη -σε ένα καθεστώς το οποίο όλοι γνωρίζουν πώς είναι σήμερα στον ιδιωτικό τομέα- να διευθετήσει το χρόνο και να κάνει ο εργαζόμενος κάποιες φορές υπερωρίες σε μια περίοδο όπου υπάρχει έντονη δραστηριότητα στην επιχείρηση και να τις πάρει αυτές αργότερα σε ρεπό. Και αν θα τις πάρει, γιατί υπάρχει και ένα ζήτημα στο κομμάτι αυτό“. Παράλληλα, ανέφερε και το ζήτημα της πρόσφατης δυνατότητας που δόθηκε στους εργοδότες να μην δηλώνουν εκ των προτέρων τις υπερωρίες στο σύστημα “Εργάνη”, γεγονός που, όπως είπε ο ομιλητής, κάνει ακόμα πιο δύσκολη τη δουλειά των συνδικάτων στην αντιμετώπιση παραβατικών συμπεριφορών των εργοδοτών.

Ως προς το ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ο Κ. Γενιδούνιας επισήμανε ότι “αυτή τη στιγμή τα συνδικάτα έχουν ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα στη χώρα από το 2013. Για να μπορέσεις να πείσεις τον κόσμο ότι μπορείς να αλλάξεις την τύχη του, μπορείς να καθορίσεις καλύτερους όρους εργασίας για αυτόν, θα πρέπει να μπορείς να διαπραγματεύεσαι. Δυστυχώς από το 2013 και μέχρι σήμερα οι ελεύθερες διαπραγματεύσεις έχουν παγώσει, οι μισθολογικές αυξήσεις έχουν παγώσει, ο κατώτατος μισθός καθιερώνεται από το κράτος. Είχαμε μια μεγάλη αύξηση του 2018-19 και την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, αλλά αυτό όμως εγώ δεν μπορώ να πω ότι ισχυροποιεί τα συνδικάτα, γιατί όταν το κράτος δίνει λυσεις σε μισθολογικά ζητήματα, ταυτόχρονα αφαιρεί διαπραγματευτική δύναμη και ισχύ από τα συνδικάτα“. Με την έννοια αυτή, ο Κ. Γενιδούνιας εξέφρασε την άποψη ότι “πρέπει να αλλάξει αυτό το καθεστώς, να επανέλθουν οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις παντού“.

Ειδική μνεία έκανε εξάλλου ο Κ. Γενιδούνιας για το ρόλο των επιχειρησιακών συμβάσεων, οι οποίες, όπως είπε, “θα πρέπει να μπορούν να προστατεύουν το σύνολο των εργαζομένων και τα ισχυρά συνδικάτα να βοηθούν και τους εργαζομένους, οι οποίοι βρίσκονται σε επισφαλείς θέσεις εργασίας σε εργολαβίες κυρίως σε μεγάλες επιχειρήσεις, να έχουν τα ίδια δικαιώματα με αυτούς που δουλεύουν στην επιχείρηση με σύμβαση αορίστου χρόνου“. Όπως ανέφερε, “εμείς παρεμβαίνουμε εκεί, προσπαθούμε να προστατέψουμε τα συμφέροντα των εργαζομένων και χρειαζόμαστε την κρατική προστασία και την ισχυρή παρουσία του ΣΕΠΕ, η οποία η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία 2 3 χρόνια έχει απορρυθμιστεί εντελώς“.

Στο ζήτημα δε της αποτελεσματικής προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων, ο Κ. Γενιδούνιας ανέφερε ότι “σήμερα, αν ένας εργαζόμενος προσφύγει στο ΣΕΠΕ πολύ δύσκολα θα βγάλει απόφαση και θα καθυστερήσει χαρακτηριστικά. Ο εργοδότης έχει τεράστιο οπλοστάσιο για να τον αντιμετωπίσει. Έχω τύχει σε περιπτώσεις που αν δεν υπάρχει συνδικάτο δίπλα στον εργαζόμενο με ισχυρή νομική εκπροσώπηση, θεωρώ ότι δεν έχει καμία τύχη, ιδιαίτερα τώρα τελευταία με τους νόμους που έχουν ψηφιστεί, στις καταγγελίες που θα κάνει. Άρα εκεί είναι ο ρόλος ο δικός μας να ενισχύουμε τους εργαζόμενους. Να παρέχουμε νομική κάλυψη και να μπορούμε να τους ενθαρρύνουμε, να καταγγέλλουμε ακόμα και ανώνυμα“.

Παρά τα προβλήματα που επισήμανε, ο Κ. Γενιδούνιας έκλεισε την τοποθέτησή του αισιόδοξα, σημειώνοντας: “Εγώ θεωρώ ότι η ισχύς βρίσκεται στη βάση των εργαζομένων.Θα πρέπει τα συνδικάτα να προσπαθήσουν πάρα πολύ και οι συνδικαλιστές να φέρουμε τον κόσμο κοντά, να πάμε στους χώρους εργασίας, να μη φοβόμαστε τους χώρους εργασίας. Θα πρέπει οι συνδικαλιστές λίγο να κατέβουν προς τα κάτω. Υπάρχει ένα ζήτημα εκεί, θεωρώ ότι μπορούν να το κάνουν. Ο κόσμος περιμένει από μας. Και πιστεύω ότι αν μπορέσουμε και συνεννοηθούμε και οι συνδικαλιστές σε κάποια στιγμή ακριβώς στο ότι πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο δράσης, τουλάχιστον σε υψηλό επίπεδο των συνδικαλιστικών οργανώσεων σήμερα, θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα για τους εργαζόμενους στη βάση“.

 

Λεπτομέρειες για την έρευνα

Η έρευνα Συνθήκες εργασίας στην Ελλάδα. Εμπειρίες και στάσεις γύρω από την αγορά εργασίας πραγματοποιείται σε ετήσια βάση από το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς στο πλαίσιο της θεματικής Εργασία-Κοινωνικό κράτος-Αλληλεγγύη και έχει ως στόχο την καταγραφή των εμπειριών, αλλά και των απόψεων των εργαζομένων πάνω σε επιμέρους πλευρές της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα.

Το φετινό δεύτερο ετήσιο “κύμα” της έρευνας (για το 2021) καταγράφει ενδιαφέροντα ευρήματα σε μια σειρά επίκαιρα θέματα:

– Εργασιακή κατάσταση και ενδείξεις επισφάλειας
– Τηλεργασία
– Εργάσιμος χρόνος
– Μισθοί
– Προστασία εργασιακών δικαιωμάτων, συνδικαλισμός και νέες μορφές διεκδίκησης

 

Διαβάστε ολόκληρη την έρευνα εδώ: https://poulantzas.gr/yliko/erevna-synthikes-ergasias-stin-ellada-ebeiries-kai-staseis-gyro-apo-tin-agora-ergasias-2o-kyma-2021/