άρθρο

Τάσος Κουράκης, βουλευτής, Συντονιστής ΕΕΚΕ Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ

Εισήγηση στην ημερίδα Ευρώπη και Εκπαιδευτικές πολιτικές.
Πάντειο Πανεπιστήμιο, 5 Απριλίου 2014.

Τάσος Κουράκης, βουλευτής, Συντονιστής ΕΕΚΕ Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ

Καλημέρα, συντρόφισσες και σύντροφοι, φίλοι και φίλες, βρισκόμαστε σήμερα εδώ με την πρωτοβουλία των τμημάτων παιδείας και ευρωπαϊκής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με το κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς και την υποστήριξη του ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Το θέμα μας είναι οι εκπαιδευτικές πολιτικές στην Ευρώπη, πολιτικές που βέβαια δεν είναι ουδέτερες. Αντιθέτως έχουν ξεκάθαρο ιδεολογικό πρόσημο και σαφείς οικονομικές και κοινωνικές στοχεύσεις. Πρόκειται για την νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την εκπαίδευση σε όλα της τα επίπεδα, πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια. Είναι μια αντίληψη που βλέπει την εκπαίδευση αφ’ ενός όχι ως δημόσιο και κοινωνικό αγαθό αλλά ως μια τεράστια αγορά για κέρδη και επενδύσεις. Και αφ’ ετέρου αντιμετωπίζει το εκπαιδευτικό σύστημα ως ένα θεσμό που δεν στοχεύει πιά στην γνώση και στην καλλιέργεια αλλά στην ικανοποίηση των αναγκών της αγοράς για φτηνό, ευέλικτο, καταρτισμένο εργατικό δυναμικό.

Πρόκειται για την μετατροπή της παιδεία σε υπηρεσίες εκπαίδευσης, και γι’ αυτό η νεοφιλελεύθερη αντίληψη που αντιμετωπίζει τον μαθητή, τον φοιτητή ως πελάτη και την εκπαίδευση ως μια μεγάλη αγορά που υπόκειται στους νόμους των επιχειρήσεων, δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην αξιολόγηση. Αξιολόγηση που δεν αφορά βεβαίως στην βελτίωση της παρεχόμενης παιδείας αλλά στην ανταγωνιστικότητα, όπως είπαμε προηγουμένως, του εκπαιδευτικού προϊόντος. Η καταστατική συνθήκη της νεοφιλελεύθερης επίθεσης στην παιδεία υπήρξε για την τριτοβάθμια εκπαίδευση η γνωστή σε όλους σας Μπολόνια. Όπως γνωρίζεται η απόφαση αυτή ήταν απόφαση ενός άτυπου οργάνου της συνόδου των υπουργών παιδείας για την σύσταση ενός ευρωπαϊκού χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης και παράλληλα για την δημιουργία ενός ευρωπαϊκού χώρου έρευνας, που προωθείται μέσα από διαδοχικά προγράμματα πλαίσιο, που αποτελούν και τις μοναδικές σχεδόν πηγές σημαντικής χρηματοδότησης της ερευνητικής δραστηριότητας. Και επειδή πρέπει τα νοήματα και η ουσία των πραγμάτων να καμουφλάρονται από έννοιες επινοημένες ως επί το πλείστων, επιστρατεύονται λέξεις για να αποδώσουν αυτήν πραγματικότητα, η οποία πήρε εύηχα ονόματα όπως κοινωνία της γνώσης και κοινωνία της πληροφορίας.

Φίλες και φίλοι η αληθινή πρόκληση του 21ου αιώνα δεν είναι πως θα δεξιωθούμε την ψηφιακή ή νέα οικονομία, την κοινωνία της γνώσης, την κοινωνία του ρίσκου ως θύτες ή θύματα της. Είναι πως θα χτίσουμε μια κοινωνία στην οποία προϋπόθεση για την ευδαιμονία του καθενός θα είναι η αυτοπραγμάτωση των άλλων και όχι η εξόντωση τους. Όχι για κάποιες προνομιούχες νησίδες σχετικής ευμάρειας επάνω στον πλανήτη αλλά για όλα τα μέλει του ανθρώπινου γένους. Οι εξελίξεις ύστερα από τις διακηρύξεις της συνθήκης της Μπολόνια, θυμίζω τον Ιούνιο του 1999 και την Σαλαμάνγκα τον Απρίλη του 2001 εκ μέρους των υπουργών παιδείας είχαν πολλαπλούς στόχους. Κύριος στόχος του ήταν και είναι η υπαλληλία των πανεπιστημιακών σπουδών στις ανάγκες της αγοράς με αλυσιδωτά και ενισχυτικά επακόλουθα ως προς την διδασκαλία την έρευνα και καλλιέργεια της ίδιας της επιστήμης. Επίσης όμως ως προς την διοίκηση, την χρηματοδότηση τον τρόπο και το πνεύμα αξιολόγησης των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων κοκ.

Πρόκειται όπως αντιλαμβάνεστε όλοι για την πολιτική και αξιακή επιλογή ότι το πανεπιστήμιο οφείλει να αυτοθεωρείται στο εξής ως επιχειρηματική μονάδα, ως διαχειριστής πόρων σε σκληρό ανταγωνισμό προς τους όμοιους του, τόσο στην διδασκαλία και στην έρευνα όσο και στην διοίκηση του. Όχι ως ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα σε επαφή με τον εξωτερικό περίγυρο, που συναποτελούν βεβαίως οι επιχειρήσεις και η αγορά εργασίας, αλλά ως κανονικός συμπαίκτης στην αγορά και τα κερδοσκοπικά της ήθη. Έτσι λοιπόν για Τρίτη φορά αναφέρω ότι με την υπογραφή της Μπολόνια ξεκίνησε η δημιουργία του ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης. Η μόνη σύγκλιση εν τέλει που παρατηρούμε από τότε είναι η κοινή τάση εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Να θυμίσουμε ότι από τις προηγούμενες και νυν πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου παιδείας, μία λέξη και τρία συνθήματα συμπυκνώνουν με χυδαίο εν πολλοίς τρόπο τις επιχειρούμενες αλλαγές στα πανεπιστήμια, και αυτά είναι “ιδιωτικοποίηση”, ‘’βγάλτε μόνοι σας το ψωμί σας” και “πληρώστε τις σπουδές σας’’. Οι εύηχες λέξεις και εκφράσεις όπως αυτοτέλεια, κοινωνική λογοδοσία, σύνδεση με την αγορά και την κοινωνία, σημαίνουν ουσιαστικά την παράδοση της εκπαίδευσης στις βουλές και τα σχέδια των επιχειρήσεων, αλλά και την υποχρέωση των φοιτητών να χρηματοδοτούν μόνοι τους τις σπουδές τους. Και αυτό δεν είναι φανταστική πραγματικότητα.

Στην Ελλάδα ήδη φοιτητές του ανοιχτού πανεπιστημίου και πολλών μεταπτυχιακών προγραμμάτων πληρώνουν δίδακτρα για τις σπουδές τους. Ήδη παράγοντες και στελέχη του υπουργείου παιδείας συζητούν την επιβολή διδάκτρων για τους φοιτητές που ξεπερνούν ένα ορισμένο όριο σπουδών. Ο σχεδιασμός είναι το υπουργείο να περάσει σε απογραφή των φοιτητών κατά τμήμα και ίδρυμα. Να χρηματοδοτεί το πανεπιστήμιο με βάση του λεγόμενους ενεργούς φοιτητές και να αφήσει τις συγκλήτους στα ιδρύματα των ΤΕΙ να καθορίσει δίδακτρα για όσους καθυστερούν τις σπουδές τους. Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι η εκπαίδευση μετατρέπεται –η ανώτατη κυρίως- σε επιχείρηση με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Μερικοί από αυτούς τους τρόπους. Δημιουργείται μια νέα εκπαιδευτική αγορά μέσα από την αναγνώριση των τίτλων των κολλεγίων και τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων τους, βλ. ενσωμάτωση της οδηγίας 36/2005, και των αποφάσεων των ευρωδικαστηρίων στο ελληνικό δίκαιο. «πλήρη οικονομική αυτοτέλεια των πανεπιστημίων» ώστε να αναγκαστούν να καθιερώσουν δίδακτρα και να αναγκαστούν να βγουν στην αγορά των προγραμμάτων προκειμένου να επιβιώσουν, υπάρχει και το αντίστοιχο παράδειγμα της Μ. Βρετανίας.

Τέλος πρόθεση ανάθεσης της διοίκησης των πανεπιστημίων σε μάνατζερς που θα διοικούν το πανεπιστήμιο σαν να είναι επιχείρηση. Φίλες και φίλοι, σε αυτό το πλαίσιο η αξιολόγηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων δεν αφορά την ποιότητα της εκπαίδευσης αλλά οργανώνει την πιστοποίηση και την τυποποίηση του ερευνητικού και εκπαιδευτικού προϊόντος ώστε να μπορεί να είναι εξαγοράσιμο από του πωλητές και του πελάτες της εκπαιδευτικής αγοράς. Προοπτικά θα δούμε τις σπουδές να κατατεμαχίζονται, πράγμα που έχει αρχίσει ήδη με τον 4009, να γίνονται πιστωτικές μονάδες και να συσσωρεύονται είτε προέρχονται από ένα ενιαίο πρόγραμμα σπουδών είτε προέρχονται από ένα δημόσιο πανεπιστημιακό ίδρυμα είτε από οποιοδήποτε ιδιωτικό, κέντρα ελευθέρων σπουδών κτλ, είτε προσφέρονται δωρεάν, είτε αποκτώνται με κουπόνια, είτε αγοράζονται. Και αυτά τα εκπαιδευτικά προϊόντα, θα πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν ελευθέρα ως εμπορεύματα μέσα σε μια αγορά υπηρεσιών εκπαίδευσης, της οποίας επίκειται η απελευθέρωση κατά τις συμφωνίες του παγκόσμιου οργανισμού εμπορίου ή κατά την οδηγία Μπόλγκενσταϊν.

Tελικά αυτά τα εξατομικευμένα εφόδια θα οδηγούν σε ακύρωση των συλλογικών εργατικών δικαιωμάτων των αποφοίτων. Είναι επίσης προφανές ότι αυτή η πιστοποίηση σπουδών όλων των τμημάτων, πρέπει να γίνεται από εμπειρογνώμονες της εξωτερικής αξιολόγησης και από τα αποτελέσματα αυτής της αξιολόγησης του προγράμματος σπουδών θα εξαρτάται κάποια στιγμή η χρηματοδότηση του κάθε τμήματος. Σε εποχές που η δημόσια χρηματοδότηση των ιδρυμάτων συρρικνώνεται δραματικά, το γνωρίζουμε αυτό πολύ καλά και το πού θα οδηγήσει. Εκτός όμως από όσα συμβαίνουν στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια θα πω λίγα λόγια και για τις ευρωπαϊκές πολιτικές της παιδείας όπως εφαρμόζονται από στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ο ΟΟΣΑ ο γνωστός σε εμάς Οργανισμός Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας έχει στην διάθεση του ένα εργαλείο κατάταξης και ταξινόμησης του εκπαιδευτικού συστήματος όλων των χωρών, πρόκειται για το περίφημο διεθνές πρόγραμμα αξιολόγησης μαθητών τριών Πίζα, που αξιολογεί τα σχολεία με βάση την νεοφιλελεύθερη λογική και τα αναγκάζει να πειθαρχούν να συμμορφώνονται στην φιλοσοφία της.

Όπως έχουν ήδη τεκμηριώσει ειδικοί μελετητές εκπαιδευτικών συστημάτων και των εξελίξεων που σημειώνονται σε αυτά, η βασικοί πολιτικοί και οι ιδεολογικοί άξονες του μηχανισμού Πίζα, κινούνται γύρω από την ενθάρρυνση ενός ακραίου διεθνούς ανταγωνισμού, με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, την περιστολή των δαπανών και την υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, την αύξηση των ελέγχων, την ένταση των εξεταστικών διαδικασιών, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών, την αποκέντρωση της χρηματοδότησης, την ελεύθερη επιλογή σχολείου, το μπόλιασμα καλών διεθνών πρακτικών και γενικώς την προώθηση τεχνοκρατικών διαχειριστικών προσεγγίσεων στο σχεδιασμό των εκπαιδευτικών αλλαγών. Ξέρουμε πως στο τεστ εκπαιδευτικής αξιολόγησης Πίζα 2012, η Ελλάδα βρέθηκε στην 42 θέση μεταξύ των 65 χωρών που συμμετείχαν σημειώνοντας πτώση 17 θέσεων καθώς το 2009 συγκριτικά ήταν 25η θέση. Το υπουργείο παιδείας φοβούμενο ότι η χώρα θα βρεθεί εκτός του διαγωνισμού Πίζα του ΟΟΣΑ, ανακοίνωσε πως από τις 28 Απριλίου έως τις 9 Μαΐου θα οργανωθεί τελικά σε ένα επιλεγμένο τμήμα ελληνικών σχολείων η πιλοτική φάση του Πίζα του ΟΟΣΑ, στο οποίο συμμετέχουν 15χρονοι μαθητές από 65 χώρες του πλανήτη. Το θέμα είναι και αυτό μας αφορά κυρίως πως χρησιμοποιούνται πολιτικά τα αποτελέσματα του διαγωνισμού Πίζα.

Η χαμηλή δηλαδή κατάταξη δεν θεωρείται το αποτέλεσμα της μνημονιακής πολιτικής της λιτότητας, της πολιτικής δηλαδή της υποβάθμισης, της διάλυσης των σχολείων μας, τα τελευταία χρόνια, από τις διαθεσιμότητες, τις απολύσεις, από τους πολύ κακούς νόμους που ψηφίστηκαν σε αυτό το διάστημα, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Για τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις η ευθύνη μετατίθεται στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, όσους εμπλέκονται στην διαδικασία της εκπαίδευσης, που κατηγορούνται τώρα για ανεπάρκεια και πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους, δηλαδή με άλλα λόγια ότι οι δάσκαλοι μας είναι ανεύθυνοι και τεμπέληδες, ενώ οι μαθητές μας ειδικεύονται στις απουσίες και τις καταλήψεις. Τόσο ο διαγωνισμός Πίζα, όσο και η λογική που διέπει τον ΟΟΣΑ, μέσα από την κατάταξη των σχολείων και τις γενικές κατευθύνσεις της εκπαίδευσης, στόχο έχουν να υποβαθμίσουν την παρεχόμενη γνώση, να την οδηγήσουν σταδιακά στις δεξιότητες και την κατάρτιση. Εκεί που τελικά δίνετε η μάχη είναι η αλλαγή του περιεχομένου της εκπαίδευσης, ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να μας απασχολήσει ιδιαίτερα. Μέσα λοιπόν από τον έλεγχο των βιβλίων, της διδασκαλίας των ανθρωπιστικών και θετικών επιστημών. Το ζητούμενο γι’ αυτούς είναι να προσανατολιστεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση όπως την αναπτύξαμε πιο πάνω.

Ανάλογα πράγματα θα μπορούσαν να ειπωθούν και για την αυτό-αξιολόγηση των σχολείων μας, η οποία αυτές τις μέρες μεθοδεύεται για να οδηγήσει σε απολύσεις εκπαιδευτικών στην ταξινόμηση των σχολείων σε καλά και κακά, στην άρση της χρηματοδότησης τους, την συγχώνευση και τέλος την κατάργηση τους. και η μόνη οδός για να επιβληθεί αυτή η λογική και να υπακούσει η εκπαιδευτική κοινότητα είναι ο αυταρχισμός, όπως φάνηκε και από την έκδοση της σχετικής εγκυκλίου. Κυρίες και κύριοι για να ολοκληρώνω αυτή την τοποθέτηση το κύριο πρόβλημα της χώρας μας όσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι η δομή και το περιεχόμενό της και προφανώς η σχέση της με τον παραγωγικό ιστό. Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση και παιδεία δεν κατάφερε να αποκτήσει ουσιαστική διασύνδεση με την παραγωγική διαδικασία, έτσι ώστε και οι δεξιότητες του εργατικού δυναμικού να βελτιώνονται ανεβάζοντας την παραγωγικότητα, αλλά και να υπάρχει σημαντική ανεξάρτητη παραγωγή τεχνολογίας στην χώρα. Η κρίση και η πολιτική λιτότητας που επιβλήθηκε μέσω των μνημονίων γνωρίζουμε ότι θα κάνουν τα πράγματα πολύ χειρότερα.

Η λειτουργία των πανεπιστημίων έχει χτυπηθεί από τις περικοπές χρηματοδότησης. Και όπως καταλαβαίνεται στις συνθήκες αυτές είναι αστείο να γίνεται λόγος για αναβάθμιση και κλίμα έρευνας. Αντίθετα υπάρχει μια διαδικασία οπισθοδρόμησης που εκφράζεται με τάσεις φυγής των πανεπιστημιακών. Εκτιμούμε ότι η ανώτατη παιδεία, όπως βεβαίως και άλλες βαθμίδες της ανώτατης εκπαίδευσης, χρειάζεται εκ βάθρων ανασυγκρότηση, πράγμα που μπορεί να συμβεί μόνο εκτός των μνημονίων. Τα πανεπιστήμια μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της οικονομίας και την συστηματική αύξηση της παραγωγικότητας. Βεβαίως όπως θα αντιλαμβάνεστε για τον σκοπό αυτό χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο, και βεβαίως να προηγηθεί μια κοινωνική αλλαγή.

Σήμερα λοιπόν στην ημερίδα αυτή θα μιλήσουμε διεξοδικά για όλα αυτά, και γι’ αυτό βρισκόμαστε εδώ. Θα μιλήσουμε για την επίθεση που δέχεται η δημόσια εκπαίδευση αλλά θα μιλήσουμε και για αντιστάσεις. Για τις αντιστάσεις των καθηγητών, των διοικητικών υπαλλήλων, για τις μεγάλες απεργίες τους, για τις αντιστάσεις των φοιτητών και της κοινωνίας της ίδιας. Θα μιλήσουμε για την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την παιδεία αλλά και για την κατάργηση των νόμων του μνημονίου, καθώς αυτά αφορούν όχι μόνο τα εκπαιδευτικά ιδρύματα αλλά και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, που έχουν βρεθεί εκτός σχολείου και αποτελούν ένα πολύτιμο κεφάλαιο, το οποίο αυτή τη στιγμή απαξιώνεται και εκτοπίζεται. Κλείνοντας θα έλεγα ότι με αυτή την φιλοσοφία της υπεράσπισης και της διασφάλιση της δημόσιας παιδείας στην Ευρώπη, καλούμαστε να σκεφτούμε σήμερα εδώ από κοινού ποια είναι και θα πρέπει να είναι η απάντηση της Αριστεράς στα νεοφιλελεύθερα δόγματα. Σας ευχαριστώ.