άρθρο

Στον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης

19 Φεβρουαρίου 2014, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η τρίτη εκδήλωση της σειράς «Γιατί αλλάζει ο κόσμος» είχε τίτλο «Στον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης: η διάσπαση του σοσιαλιστικού κινήματος». Ομιλητές ήταν η ιστορικός Ιωάννα Παπαθανασίου από τα ΑΣΚΙ και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και ο καθηγητής κοινωνικής θεωρίας και κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ηλίας Νικολακόπουλος. Ρόλο ενός πολύ δημιουργικού συντονιστή είχε ο οικονομολόγος Θόδωρος Παρασκευόπουλος.

Μετά την εισαγωγική επισήμανση του Θόδωρου Παρασκευόπουλου πως η Οκτωβριανή Επανάσταση γενίκευσε και απολυτοποίησε το φαινόμενο των διασπάσεων των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που προέκυψε με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Ιωάννα Παπαθανασίου ανέλαβε να παρουσιάσει το σχετικό πολιτικό τοπίο. Όρισε ως ορόσημο τη δολοφονία, από τις σφαίρες ενός εθνικιστή, του Γάλλου σοσιαλιστή Ζαν Ζωρές το 1914, εξαιτίας της αντίθεσής του στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και της υποστήριξής του στην απόφαση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργαζομένων της Γαλλίας (CGT) να προκηρύξει γενική απεργία εναντίον της πολεμικής εμπλοκής της χώρας. Η στιγμή αυτή σηματοδότησε με τον πιο εμφατικό τρόπο το τέλος μιας εποχής ευημερίας του καπιταλισμού, ανεμελιάς, κατανάλωσης και επιστημονικών επιτευγμάτων που μετά την ύφεση της δεκαετίας 1870-80 ακολούθησε επί τρεις δεκαετίες, ως εποχή καπιταλιστικού θριάμβου, κάνοντας μέχρι και τον Αύγουστο του 1914 την προοπτική της εμπλοκής ολόκληρης της Ευρώπης σε πόλεμο να μην φαίνεται καθόλου πιθανή. Της ίδιας εποχής που όμως, όπως αποδείχτηκε, εξέθρεψε και τον εθνικισμό.

Σε αυτό το πλαίσιο έδρασε και η Β΄ Διεθνής. Οι ζυμώσεις στο χώρο της αναδείκνυαν τα αντιφατικά χαρακτηριστικά της συγκρότησής της. Ενδεικτική είναι η τοποθέτηση των Αμερικανών σοσιαλιστών εναντίον των Αφρικανών, Ασιατών και λοιπών εμιγκρέδων εργαζομένων με το σκεπτικό πως αδυνατούσαν να αφομοιωθούν από τον ντόπιο εργατικό πληθυσμό, αλλά και η τελική επικράτηση του εθνικού χαρακτήρα των κομμάτων αντί του διεθνιστικού και η γενικότερη μεταξύ τους ποικιλία χαρακτηριστικών. Η ρήξη στο εσωτερικό των κομμάτων της Β΄ Διεθνούς, ιδεολογική και πολιτική, ήταν εξαιρετικά σφοδρή. Οι σοσιαλιστές διαψεύστηκαν αναφορικά με την ένταση και τη διάρκεια του πολέμου, τις οποίες περίμεναν μικρότερες, εκτίμηση στην οποία είχαν οδηγηθεί λόγω της θεωρίας του υπεριμπεριαλισμού την οποία ασπάζονταν, του ότι δηλαδή ο καπιταλισμός έχει εξαπλωθεί σε τέτοια έκταση και με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει ενοποιήσει τα συμφέροντα της παγκόσμιας αστικής τάξης και να αποκλείει πια την ανάγκη πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων προς διευθέτηση των ισορροπιών δύναμης. Η πραγματικότητα όμως αποδείχτηκε πολύ πιο χυμώδης και ανατρεπτική από τη θεωρία. Οι πλειοψηφίες των κομμάτων της Β΄ Διεθνούς τάχθηκαν στο πλευρό των εθνικών τους ηγεσιών. Ακόμη και στη Ρωσία ο ηγέτης της Β΄ Διεθνούς Πλεχάνωφ και η εμβληματική μορφή του αναρχισμού Κροπότκιν τάχθηκαν υπέρ των θέσεων του Τσάρου.

Οι συνέπειες αυτής της στάσης βάθυναν όταν στελέχη των σοσιαλιστικών κομμάτων ανέλαβαν στις εθνικές τους κυβερνήσεις υπουργεία με σημαντική εμπλοκή στη διεξαγωγή του πολέμου (όπως στη Γαλλία και στην Αγγλία), οργανώνοντας μάλιστα υποστηρικτικές δομές σε συνεργασία με τα συνδικάτα. Ήταν τόσο μεγάλη η υπαγωγή των σοσιαλιστών στην ιδεολογική ηγεμονία της κυρίαρχης αστικής τάξης, ώστε οι Γερμανοί σοσιαλιστές να φτάσουν να υποστηρίζουν το δικαίωμα της Γερμανίας στην κτήση αποικιών. Επρόκειτο για την περίπτωση του σοσιαλιμπεριαλισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κατάρρευση της Β΄ Διεθνούς μέσα στον πόλεμο, και οργανωτικά, ήρθε ως λογική εξέλιξη. Επακόλουθα, η συγκρότηση της ΕΣΣΔ έδωσε την ευκαιρία για ένα αριστερό αντιστάθμισμα της ως τότε εξέλιξης του σοσιαλιστικού κινήματος. Η συγκρότησης της Γ΄ Διεθνούς με τα κομμουνιστικά -πλέον- κόμματα έφτιαξε ένα νέο πλαίσιο για τη διαμόρφωση του κινήματος, ειδικά μετά το 1920 και τη θέσπιση των περίφημων 21 όρων που έπρεπε να αποδέχεται ένα κόμμα για να ενταχθεί σε αυτήν, ως εθνικό της τμήμα. Σύντομα βεβαίως η ΕΣΣΔ, την οποία κλήθηκαν όλοι οι αριστεροί παγκοσμίως να υπερασπιστούν, εξελίχθηκε στην μεγάλη σοσιαλιστική πατρίδα και -αφού οι αναμενόμενες επαναστάσεις στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο δεν προέκυψαν- πεδίο εφαρμογής του δόγματος του “σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα”.

Ακολουθώντας την παρατήρηση του Θόδωρου Παρασκευόπουλου πως τα αντιφατικά και διαστρεβλωτικά του σοσιαλισμού εθνικά χαρακτηριστικά των επί μέρους κομμάτων φαινόταν και από το ότι ενώ ο Ένγκελς είχε φτάσει να τονίσει πως όποιο μέλος σοσιαλδημοκρατικού κόμματος δεν ήταν αλληλέγγυο προς τους μετανάστες θα έπρεπε να διαγραφεί αμέσως, κάτι τέτοιο τελικώς δεν εφαρμόστηκε, ο λόγος πέρασε στον Ηλία Νικολακόπουλο για να παρουσιάσει μια χαρτογράφηση των κομμάτων της Β΄ Διεθνούς, με άξονα τη μεγάλη διαφοροποίηση που υπήρχε μεταξύ τους ως προς την επιρροή τους. Χαρακτηριστικά, το γερμανικό SPD είχε φτάσει το 35% και την πρώτη θέση στις εκλογές, αν και δεν συμμετείχε στην κυβέρνηση, και είχε εκατομμύρια μέλη, ασύγκριτα περισσότερα από το ομόλογό του γαλλικό κόμμα, που κατέγραφε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες. Ομοίως, το βελγικό και το φινλανδικό κόμμα κατέγραφαν ποσοστά της τάξης του 30%-40%. Από την άλλη, πολλά κόμματα της Β΄ Διεθνούς μετά δυσκολίας διεκδικούσαν έναν ηγεμονικό ρόλο, όπως στην Ιταλία και στην Αγγλία.

Τα Κομμουνιστικά Κόμματα που προέκυψαν από τις διασπάσεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ήταν σαφώς μειοψηφικά και πουθενά στη Δυτική Ευρώπη δεν προέκυψε στη δεκαετία του ’20 ένα ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου τα κομμουνιστικά κόμματα κατέγραψαν ποσοστά του 17% στη Γερμανία, 15% στη Γαλλία και 15% στη Φινλανδία. Αξιόλογη καταγραφή θα μπορούσε ίσως να έχει υπάρξει στην Ιταλία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία, αλλά η επιβολή των δικτατοριών ακύρωσε κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Στην Ελλάδα το Παλλαϊκό Μέτωπο, κύρια δύναμη του οποίου ήταν το ΚΚΕ, στις παραμονές της δικτατορίας του Μεταξά είχε πάρει στις εκλογές ποσοστό 6%. Η διαφορά της Ελλάδας ήταν βεβαίως πως δεν υπήρχε προγενέστερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα από τη διάσπαση του οποίου να προέλθει το κομμουνιστικό, αφού το ΣΕΚΕ ιδρύθηκε το 1918, μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Δεν υπήρξε λοιπόν διάσπαση του σοσιαλιστικού κινήματος, αλλά απευθείας διαμόρφωσή του σε ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Στις περισσότερες χώρες δεν υπήρχε κομμουνιστικό κίνημα. Με δεδομένο αυτό, στον Μεσοπόλεμο η πολιτική οικογένεια των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν η πλέον ανομοιογενής, όχι μόνο μεταξύ των διάφορων χωρών, αλλά και στο εσωτερικό της κάθε μιας. Είναι ενδεικτικό ότι στη Γερμανία το ΚΚ ήταν ισχυρό στη Σαξονία και ασθενές στη Βαυαρία, ενώ και στη Γαλλία σε άλλες περιοχές ήταν πολύ ισχυρό και σε άλλες πρακτικά ανύπαρκτο. Αυτή η κατάσταση μπορεί καταρχάς να αποδοθεί στη διαφοροποιημένη ισχύ του κόσμου της εργασίας ανά χώρα. Παράλληλα, όμως, διαπιστώνουμε πως τα κομμουνιστικά κόμματα αναπτύχθηκαν στην Δυτική Ευρώπη πιο εύκολα σε καθολικές χώρες που είχαν περάσει τη διαδικασία της εκκοσμίκευσης εσωτερικεύοντας τα -αντικληρικαλιστικά, συν τοις άλλοις- προτάγματα της Γαλλικής Επανάστασης. Στις χώρες όπου η εκκοσμίκευση πραγματοποιήθηκε με μια συνεργασία της Εκκλησίας, κυρίως προτεσταντικές χώρες, τα κομμουνιστικά κόμματα παρέμειναν ανύπαρκτα. Εξαίρεση αποτέλεσε η Φινλανδία. Επίσης, όσο πιο κοντά βρισκόταν χρονικά η εθνική συγκρότηση ενός πληθυσμού με την αρχή της ισχυρής ταξικής σύγκρουσης, τόσο πιο έντονη ήταν η τελευταία και αντιστοίχως μεγαλύτερος και ο ριζοσπαστισμός των κομμουνιστικών κομμάτων. Από αυτήν την ανάλυση μπορεί να πηγάσει μια ερμηνεία για τον χαρακτήρα και το ρίζωμα του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα.

Τις δύο ομιλίες ακολούθησε μια πλούσια συζήτηση με το κοινό, με πολλές εκ νέου παρεμβάσεις των εισηγητών και του συντονιστή.

Όλες οι ομιλίες βρίσκονται στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς.

Σταύρος Παναγιωτίδης