άρθρο

Σταύρος Τομπάζος, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου

Εισήγηση από την εκδήλωση “Οι εξελίξεις στο Κυπριακό“, που διοργάνωσαν το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες ΑΥΓΗ και Eποχή, Σάββατο 15 Μαρτίου 2014, Νομική Σχολή.

 

Σταύρος Τομπάζος, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου

Κατ’ αρχάς θέλω να ευχαριστήσω το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και τις εφημερίδες “Αυγή” και “Εποχή” για αυτήν την διοργάνωση και για την πρόσκληση για αυτήν την ενδιαφέρουσα συζήτηση και βεβαίως να τους ευχαριστήσω για τη σταθερή τους δέσμευση υπέρ της ομοσπονδιακής λύσης του κυπριακού προβλήματος.

Ξεκινώντας, θα έλεγα ότι παρουσιάζοντας λίγο την εσωτερική κατάσταση στην Κύπρο μια σειρά από κόμματα ξεκινώντας από τη σοσιαλιστική ΕΔΕΚ περνώντας από το ΔΗΚΟ, από κάποιες προσωπικότητες ή αξιωματούχους του ΔΗΣΥ αλλά και φτάνοντας μέχρι τη λαϊκή άκρα δεξιά και βεβαίως και τη νεοναζιστική άκρα δεξιά που έχουμε δυστυχώς και στην Κύπρο όλοι αυτοί παρουσιάζουν το κυπριακό πρόβλημα σαν ένα πρόβλημα εισβολής και κατοχής και πολύ συχνά λένε ότι πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε το κυπριακό πρόβλημα σαν ένα πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Είναι το κυπριακό πρόβλημα ένα πρόβλημα εισβολής και κατοχής; Σαφώς ναι. Είναι πρόβλημα εισβολής και κατοχής από το 1974. Όμως δεν είναι μόνο πρόβλημα εισβολής και κατοχής διότι το κυπριακό πρόβλημα ξεκινάει από πολύ πριν το 1974.

Αρχικά να πούμε ότι έχουμε μία εθνοτική διένεξη ανάμεσα σε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους η οποία οδηγεί σε συγκρουσιακές καταστάσεις το 1958, το 1963-1964, το 1967 και βεβαίως το 1974 διότι το ’74 είναι η χρονιά της εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο όμως είναι ταυτόχρονα και η ιστορία της Τόχνης και της Μαράδας, κάποιων τουρκοκυπριακών χωριών που η ελληνοκυπριακή άκρα δεξιά στην εξουσία τότε εξόντωσε κυριολεκτικά γυναίκες, άντρες και παιδιά, πράγματα τα οποία θα ήταν καλό να θυμόμαστε.

Ποια ήταν η επίσημη ελληνοκυπριακή πολιτική του Μακάριου μέσα στη δεκαετία του ’60 και τη δεκαετία του ’70 πριν βεβαίως το πραξικόπημα και την εισβολή. Η επίσημη πολιτική ήταν ουσιαστικά η απορρόφηση ή η εξαφάνιση της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Η εξαφάνιση όχι υπο την έννοια ότι ο Μακάριος ήθελε ποτέ να εξοντώσει τους τουρκοκύπριους φυσικά. Ήθελε όμως να του αποκεφαλίσει πνευματικά και κατ’ αυτόν τον τρόπο να τους απορροφήσει, να τους μετατρέψει από μία κοινότητα με συγκεκριμένα δικαιώματα δια μέσου της συνθήκης της Ζυρίχης, σε ένα φτωχό συγγενή. Και πιστεύω ότι σ’ αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία αρκεί  κανείς να διαβάσει τα ιστορικά αρχεία, τις ομιλίες του Μακαρίου και ούτω κάθ’ εξής. Και για να είμαι ειλικρινής για να βλέπουμε τα πράγματα εκ των υστέρων δεν είναι και παράξενο. Έτσι δημιουργήθηκαν τα έθνη, δια μέσου εθνοκαθάρσεων, δια μέσου απαγορεύσεων γλωσσών, δια μέσου εξοριών πολλές φορές. Ο Μακάριος παραδείγματος χάριν, δεν ήθελε οι μορφωμένοι Τουρκοκύπριοι οι οποίοι σπουδάζουν στην Τουρκία και ξέρουν γράμματα να γυρίζουν πίσω διότι αυτοί θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε μία πνευματική ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Έτσι δημιουργήθηκαν τα έθνη και μέσα σε αυτό το πνεύμα λειτουργεί και ο ίδιος ο Μακάριος. Θέλει μία αμιγώς ελληνική Κύπρο όπου οι τουρκοκύπριοι ενδεχομένως θα μπορούσαν να ήταν μια μειονότητα με συγκεκριμένα δικαιώματα αλλά δε θα είχαν το στάτους της κοινότητας ένα στάτους που τους παρέχει η συνθήκη της Ζυρίχης.

Θα έλεγα ότι υπάρχει και μία υποκρισία σε αυτούς που θέλουν να παρουσιάσουν το κυπριακό πρόβλημα σαν ένα πρόβλημα μόνο εισβολής και κατοχής. Διότι οι συνομιλίες κατ’ αρχήν προηγούνται του 1974, έχουμε συνομιλίες για επίλυση του κυπριακού προβλήματος πριν το ’74 αλλά και μετά το ’74. Οι συνομιλίες δεν αφορούν μόνο τη διεθνή διάσταση του κυπριακού, το ζήτημα της εισβολής, όπως παραδείγματος χάριν η απόσυρση των τουρκικών στρατευμάτων, αφορούν και ζητήματα που αφορούν τις δύο κοινότητες του τόπου δηλαδή πως θα ρυθμίσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα και την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ποιά δικαιώματα θα έχει η μία κοινότητα, ποιά δικαιώματα θα έχει η άλλη κοινότητα. Πως θα αποκατασταθούν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας ή εγκατάστασης των ελληνοκυπρίων και πως οι τουρκοκύπριοι θα ζήσουν σε συνθήκες ασφαλείας όπως αυτοί τις αντιλαμβάνονται δεδομένης της εμπειρίας που υπήρχε από τη δεκαετία του ’60 και από πιο πριν.

Συνεπώς θα έλεγα ότι η διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος ή η λύση αν θέλετε του κυπριακού προβλήματος δεν μπορεί παρά να βασιστεί στην αναγνώριση των ιδιαίτερων εθνικών, θρησκευτικών ταυτοτήτων των κυπρίων. Στη διαφορά δηλαδή των κυπριακών λαοτήτων. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν την διαφορά. Αυτή η διαφορά είναι μία ιστορική πραγματικότητα. Δηλαδή, με άλλα λόγια, δεν υπάρχει μία κυπριακή ταυτότητα υπεράνω των εθνικών ταυτοτήτων. Δεν υπάρχει Κύπριος υπό την έννοια ότι υπάρχει μία συνείδηση υπεράνω της ελληνοκυπριακής ή της ελληνικής εθνικής ταυτότητας από τη μια πλευρά ή της τουρκοκυπριακής εθνικής ταυτότητας από την άλλη πλευρά. Συνεπώς το κυπριακό κράτος που θα προκύψει μέσα από τις διαπραγματεύσεις δεν μπορεί παρά να βασίζεται πάνω στην αναγνώριση αυτής της διαφορετικότητας. Δεν μπορούν τα πράγματα να είναι διαφορετικά.

Την ιστορία του 20ου αιώνα θα μπορούσε, βεβαίως, κανείς να την διαβάσει σε πολλά επίπεδα. Υπάρχει ένα ταξικό επίπεδο ασφαλώς, συχνά υπάρχουν κοινοί αγώνες ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων εργαζόμενων, κοινές απεργίες. Θα μπορούσε να διαβάσει κανείς ένα παραδοσιακό επίπεδο κι όταν λέω παραδοσιακό επίπεδο εννοώ την παραδοσιακή κοινωνία πριν τη νεωτερικότητα, την κοινωνία του χωριού όπου αναπτύσσονται, αν θέλετε, μορφές αλληλεγγύης ανάμεσα σε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους και θα μπορούσε, βεβαίως, κανείς να την διαβάσει και ως μια εθνική ιστορία και πιο συγκεκριμένα μια εθνική σύγκρουση. Μία σύγκρουση ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους της Κύπρου που στη συνέχεια γίνονται ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι της Κύπρου. Αυτά τα διαφορετικά επίπεδα όμως βρίσκονται σε μια ιεραρχία. Τί εξηγεί πραγματικά την ιστορία της Κύπρου;

Δυστυχώς αυτό που εξηγεί την ιστορία της Κύπρου είναι η εθνοτική διάσταση. Δηλαδή, είναι η εθνοτική σύγκρουση που καθόρισε τις βασικές στιγμές της ιστορίας της Κύπρου και τις βασικές εμπειρίες των δύο κοινοτήτων που είναι διαφορετικές. Οι ιστορικές εμπειρίες των δύο κοινοτήτων ενώνονται από τη σύγκρουση στην οποία όμως η κάθε κοινότητα βρίσκεται στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Θα έλεγα ότι ένα από τα βασικά προβλήματα της Κύπρου είναι ότι η εθνική συνείδηση -και αναφέρομαι εδώ κυρίως στην ελληνική εθνική συνείδηση- αναπτύσσεται σε λάθος χρόνο. Αναπτύσσεται καθυστερημένα, παράκαιρα. Αναπτύσσεται όταν πλέον η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν λύσει τα μεταξύ τους προβλήματα, έχουν αποφασίσει ποιά θα είναι τα σύνορά τους και οι Κύπριοι θέλουν ένωση με την Ελλάδα σε μία εποχή που η Ελλάδα διστάζει πολύ να δεχθεί αυτήν την εξέλιξη δηλαδή να ενωθεί με την Κύπρο, να δεχθεί την Κύπρο ούτως ώστε να ενωθούν, διότι αυτό δημιουργεί άλλα προβλήματα σε σχέση με τις σχέσεις της Ελλάδας με τις μεγάλες δυνάμεις, με την Τουρκία και ούτω καθ’ εξής. Συνεπώς, έχουμε μια εθνική συνείδηση στην Κύπρο ελληνική που αναπτύσσεται σε ένα χρόνο που αυτή η συνείδηση δεν μπορεί να οδηγήσει εκεί που οδήγησε σε άλλα σήμερα ελληνικά νησιά δηλαδή στην ένωσή τους με την Ελλάδα. Αυτή η συνείδηση αναπτύσσεται σε συνδυασμό με μια άλλη εθνική συνείδηση, την τουρκική εθνική συνείδηση στην Κύπρο η οποία ουσιαστικά αποτελεί ένα είδος άμυνας στην ελληνική εθνική συνείδηση που αναπτύσσεται στο νησί. Έτσι, δημιουργούνται στην Κύπρο καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα δύο διαφορετικές και αντίπαλες δημοσιότητες, δύο δημόσιοι χώροι οι οποίοι βρίσκονται σε αντιπαλότητα μεταξύ τους.

Νομίζω ότι σε γενικές γραμμές αυτή είναι η ουσία του κυπριακού προβλήματος. Πρόκειται για ένα πρόβλημα το οποίο προκύπτει πριν από το ’74, είναι ένα πρόβλημα σχέσεων ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους που ζουν στο νησί που στη συνέχεια έγιναν ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι και είναι αυτή τη διαφορετικότητα των λαοτήτων της Κύπρου που πρέπει να λάβει υπόψιν της οποιαδήποτε λύση του κυπριακού προβλήματος.

Σε αυτά τα προβλήματα προστίθεται μία νέα διάσταση, η διεθνής διάσταση του κυπριακού το 1974 με την τουρκική εισβολή κι έτσι γίνεται ένα σύνθετο πρόβλημα, δικοινοτικό αφενός αλλά και διεθνές πρόβλημα, πρόβλημα εισβολής και κατοχής αφετέρου.

Και τώρα έρχομαι στο κοινό ανακοινωθέν πάρα πολύ σύντομα το οποίο έτυχε πολύ μεγάλης κριτικής και στην Κύπρο και βεβαίως και στην Ελλάδα. Τί λέει αυτό το κοινό ανακοινωθέν; Ουσιαστικά δε λέει τίποτα πέραν από το αυτονόητο. Μιλάει για διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα των κοινοτήτων, πράγμα το οποίο ουσιαστικά αντιστοιχεί στα σχετικά ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, πρόκειται για το ψήφισμα 716 που προβλέπει την πολιτική ισότητα των κοινοτήτων και πρόκειται για το ψήφισμα 750 που καθορίζει την έννοια της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αυτά τα δύο ψηφίσματα τα αποδέχτηκε και ο Τάσος Παπαδόπουλος μετά το σχέδιο Ανάν και συγκεκριμένα με τη συμφωνία της 8ης Ιουλίου. Επιπλέον, υπάρχουν κάποιες άλλες διευκρινήσεις πολύ θετικές σε σχέση με τα παραδοσιακά αιτήματα της ελληνοκυπριακής πλευράς όπως είναι παραδείγματος χάρη η μία και μόνη διεθνής προσωπικότητα που εξασφάλισε σε κοινή δήλωση ο Χριστόφιας μαζί με τον Ταλάτ στις 23 Μαΐου του 2008 και αυτό συμπεριλαμβάνεται στο κοινό ανακοινωθέν και επίσης συμπεριλαμβάνεται η μία και μόνη κυριαρχία και ιθαγένεια με σαφές και καθαρό λεκτικό η οποία επίσης κι αυτή περιλαμβάνεται σε μία κοινή δήλωση Χριστόφια-Ταλάτ της 1ης Ιουλίου του 2008. Συνεπώς το κοινό ανακοινωθέν για να εκφραστώ με λαϊκό τρόπο είναι μία από τα ίδια. Είναι το πλαίσιο επίλυσης του κυπριακού προβλήματος όπως αυτό το είχαν διαμορφώσει και ο Τάσος Παπαδόπουλος και ο Δημήτρης Χριστόφιας, δεν προσθέτει τίποτα. Τώρα μπορεί να πει κανείς ότι ο Χριστόφιας έβαλε τη λέξη αδήριτη κυριαρχία ενώ σ’ αυτό το ανακοινωθέν δεν υπάρχει αλλά αντιλαμβάνεστε ότι πρόκειται για λεπτομέρειες. Μία και μόνη διεθνής προσωπικότητα, μία και μόνη κυριαρχία και ιθαγένεια. Αυτά τα πράγματα εξασφαλίζονται στο κοινό ανακοινωθέν.

Συνεπώς, είναι δικαιολογημένο να υποπτεύεται κανείς όλους αυτούς που από τη μια λένε ότι δεν αντιτίθενται στη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία αλλά από την άλλη πλευρά κατακεραυνώνουν το κοινό ανακοινωθέν. Θα καταλάβαινα μια επιχειρηματολογία που να λέει ότι η διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία δεν είναι μια καλή λύση, προτιμούμε ένα καθαρό διαχωρισμό, θα διαπραγματευτούμε το έδαφος. Αυτό είναι μία τίμια άποψη. Αλλά να λέει κανείς ότι είναι υπέρ της διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας και ταυτόχρονα να κατακεραυνώνει το κοινό ανακοινωθέν, αυτό εγώ προσωπικά δεν το αντιλαμβάνομαι.

Και φτάνω σε ένα τελευταίο σημείο διότι και πάνω σε αυτό το σημείο λέγονται πολλά. Ότι η λύση του  κυπριακού θα είναι μία ιμπεριαλιστική λύση. Ομολογώ ότι δεν καταλαβαίνω ακριβώς αυτήν την επιχειρηματολογία, τί ακριβώς σημαίνει αυτό το πράγμα. Αν εννοούμε ότι θα είναι ιμπεριαλιστική λύση υπό την έννοια ότι θα είναι μία λύση στο πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ναι, γιατί όχι. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ξέρουμε τί είναι, η ΗΠΑ στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών παίζουν καθοριστικό ρόλο, όμως εδώ θα πρέπει να προσθέσει κανείς ότι ακριβώς τον ΟΗΕ και το πλαίσιο του ΟΗΕ, η ελληνοκυπριακή κοινότητα το επιδίωξε. Το επιδιώξαμε από το ’74 και συνεχώς το επιδιώκουμε όποια κυβέρνηση και να έχουμε. Είτε Παπαδόπουλο έχουμε, είτε Χριστόφια έχουμε, είτε Αναστασιάδη έχουμε, είτε Μακάριο έχουμε, όλοι θέλουν να επιλύσουν το κυπριακό στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Διότι υπάρχει αυτός ο θεσμοθετημένος χώρος, στον οποίο βεβαίως κυριαρχούν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ο οποίος όμως είναι προτιμότερος από την ιμπεριαλιστική αναρχία που θα επικρατούσε αν επιλυόταν το κυπριακό πρόβλημα εκτός του ΟΗΕ. Γι’ αυτό ακριβώς εμείς είναι που θέλουμε την επίλυση του κυπριακού στο πλαίσιο του ΟΗΕ.

Βεβαίως υπάρχουν κάποιες άλλες αντιλήψεις οι οποίες όταν μιλούν για ιμπεριαλιστική λύση του κυπριακού υπονοούν κάτι άλλο. Υπονοούν ότι η Τουρκία είναι μια χώρα υποταγμένη στον ιμπεριαλισμό, πολύ περισσότερο απ’ ότι παραδείγματος χάρη η Ελλάδα ή πολύ περισσότερο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιτρέψτε μου να το αμφισβητήσω αυτό. Όσο υποταγμένη είναι η Τουρκία στον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό, άλλο τόσο είναι και η Ελλάδα και πολύ περισσότερο η Κύπρος. Στην Ελλάδα έχουμε τρόικα, δηλαδή Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δηλαδή ΗΠΑ συν Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Κύπρο έχουμε τρόικα, δηλαδή Διεθνές Νομισματικό Ταμείο συν ΗΠΑ συν Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Τουρκία δεν τα έχει ακόμα αυτά. Και οι σχέσεις μας με την Αμερική και ως Κύπρος και ως Ελλάδα είναι πάρα πολύ καλές. Δεν έχουμε ένταση με τις ΗΠΑ μεγαλύτερη απ’ ότι έχει η Τουρκία, αντιθέτως, θα έλεγα η Τουρκία βρίσκεται σε ένταση με την Αμερική λόγω των σχέσεων της με το Ισραήλ. Εδώ επιτρέψτε μου να πω ότι τώρα, με την υφιστάμενη κατάσταση και οι Κύπριοι και οι Έλληνες αυτή τη στιγμή που μιλάμε κάνουν κοινή άσκηση με το Ισραήλ. Και όσον αφορά στην Κύπρο, το ανοιχτό κυπριακό πρόβλημα ωθεί την Κύπρο στις αγκάλες του Ισραήλ. Στην Κύπρο η επίσημη πολιτική είναι πώς θα συμμαχήσουμε με το Ισραήλ, πώς θα τα βρούμε με το Ισραήλ, καταπίνουμε τη γλώσσα μας -με συγχωρείτε για τη λαϊκή έκφραση- σε σχέση με τους Παλαιστινίους, διότι μας ενδιαφέρει να μας υπερασπιστεί το Ισραήλ εμάς και την ΑΟΖ μας απέναντι στην Τουρκία. Αυτό δεν είναι ιμπεριαλιστική διευθέτηση και είναι ιμπεριαλιστική διευθέτηση η επίλυση του κυπριακού προβλήματος στο πλαίσιο της διζωνικής- δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Εάν οι απόψεις μου είναι κάπως ετερόδοξες είναι ως προς το ότι εγώ προσωπικά δε θεωρώ από ταξική σκοπιά τη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία οδυνηρό συμβιβασμό, όπως συνήθως λέγεται από όλα τα πολιτικά κόμματα στην Κύπρο συμπεριλαμβανομένου και του ΑΚΕΛ, είναι μία από τις λίγες διαφορές που έχουμε στο κυπριακό ζήτημα αυτές. Γιατί το λέω αυτό, γιατί δεν είναι οδυνηρός συμβιβασμός; Γιατί σε μια συγκρουσιακή κατάσταση όπου δύο εθνότητες συγκρούονται μεταξύ τους, όπου καμία από τις δύο δεν μπόρεσε να επιβληθεί στην άλλη και όπου και οι δύο χάνουν μέσα από αυτήν την σύγκρουση, η ορθολογική λύση είναι να υπερβούμε την εθνοτική σύγκρουση, όχι βεβαίως με εθνοκαθάρσεις, με πόλεμο ή με οποιονδήποτε άλλο τέτοιου είδους τρόπο, αλλά να υπερβούμε αυτήν την εθνοτική διένεξη ρυθμίζοντας τις εθνοτικές μας σχέσεις με έναν ορθολογικό τρόπο που να σέβεται τις ευαισθησίες, τις φοβίες, τις ανασφάλειες της κάθε κοινότητας. Και που βεβαίως να αποκαθιστά στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό αυτό που στην Κύπρο ονομάζουμε βασικές ελευθερίες: το δικαίωμα ιδιοκτησίας των προσφύγων, το δικαίωμα εγκατάστασης, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στην Κύπρο πράγμα που είναι δυνατόν να επιτύχουμε. Και βεβαίως το αίσθημα ασφάλειας των τουρκοκυπρίων. Δεν κινδυνεύουν οι τουρκοκύπριοι από τους ελληνοκύπριους; σε ποιο ιστορικό γεγονός βασίζεται αυτό; σε ποια ιστορική πραγματικότητα βασίζεται αυτό; Βασίζεται στη φαντασία κάποιων αφελών και καλοκάγαθων ελληνοκυπρίων, δε βασίζεται όμως σε κανένα σκληρό ιστορικό δεδομένο. Όταν συζητάμε για επίλυση ενός εθνοτικού προβλήματος πάντα βασιζόμαστε πάνω στην ιστορία, πάνω στα σκληρά δεδομένα και όχι πάνω στην αφέλεια αυτών που θεωρούν ότι είμαστε καλοί τώρα και δεν πρόκειται να κινδυνεύσουν ποτέ οι τουρκοκύπριοι από εμάς. Εγώ δεν το ξέρω αυτό σαν ελληνοκύπριος, διότι ξέρω και πολλούς συμπολίτες μου πώς συμπεριφέρονται και απέναντι στους μετανάστες και πώς θα συμπεριφέρονταν και απέναντι στους τουρκοκύπριους αν αυτοί δεν είχαν καμία δυνατότητα θεσμικής προστασίας του εαυτού τους.

Τελευταίο θέμα η πολιτική ισότητα. Ένα ζήτημα το οποίο δημιουργεί μεγάλες αντιδράσεις. Πώς είναι δυνατό να αναγνωρίσει κανείς την ισότητα των κοινοτήτων; Η απάντηση είναι πάρα πολύ απλή. Κατ’ αρχήν ισότητα των κοινοτήτων δε σημαίνει καθόλου, σύμφωνα με το ψήφισμα του ΟΗΕ, αριθμητική ισότητα στην κυβέρνηση, στα όργανα διακυβέρνησης του κράτους. Σημαίνει  αποτελεσματική συμμετοχή των τουρκοκυπρίων. Σε πρακτικό επίπεδο δεν μπορεί μια κοινότητα να αποφασίσει για πρακτικά θέματα χωρίς να έχει μία στοιχειώδη υποστήριξη από την άλλη κοινότητα. Παραδείγματος χάρη, όσον αφορά στο προεδρικό συμβούλιο το εξαμελές που προβλεπόταν στο σχέδιο Ανάν, η πολιτική ισότητα σήμαινε ότι δε θα μπορούσαν οι τέσσερις ελληνοκύπριοι να επιβάλλουν πολιτική χωρίς να έχουν τη συναίνεση τουλάχιστον ενός εκ των δύο τουρκοκυπρίων που βρίσκονται σε αυτό το συμβούλιο. Τώρα δε θα έχουμε κατά πάσα πιθανότητα συμβούλιο, θα έχουμε άλλο σύστημα διακυβέρνησης, απλώς αναφέρομαι σε αυτό ως παράδειγμα του τί σημαίνει ενεργητική συμμετοχή των τουρκοκυπρίων στη λήψη αποφάσεων. Είναι αυτό το πράγμα παράλογο διότι καταργεί το περίφημο δικαίωμα “ένα άτομο-μία ψήφος”; Κατ’ αρχήν πρόκειται για μύθο ότι είμαστε όλοι ίσοι ως προς την ψήφο μας. Στην Ελλάδα με πόσο τοις εκατό εκλέγεται κυβέρνηση με τις συν πενήντα έδρες που παίρνει κανείς δώρο; Σε καμιά χώρα δεν ισχύει αυτό. Και αυτήν την λογική “ένα άτομο-μία ψήφος” γιατί να μην την εφαρμόσουμε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. “Ένα άτομο-μία ψήφος” άρα η Ελλάδα να μην έχει ευρωβουλευτές ή να ‘χει 5-6, η Κύπρος να μην έχει κανέναν και να έχουν οι Γερμανοί διπλάσιο αριθμό.

Συνεπώς ποιο είναι το ζήτημα της πολιτικής ισότητας των κοινοτήτων. Ότι αναγνωρίζουμε συλλογικά δικαιώματα. Αναγνωρίζουμε ατομικά δικαιώματα, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζουμε και το συλλογικό δικαίωμα που έχει μία κοινότητα και ανάμεσα σε αυτά τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα αναζητούμε να βρούμε τη χρυσή τομή, περί αυτού πρόκειται αλλά τα συλλογικά δικαιώματα είναι πολύ σημαντική πτυχή του κυπριακού για να την αγνοήσουμε ή να θεωρήσουμε ότι μπορούμε απλώς να την παρακάμψουμε με την απλή αναγνώριση ατομικών δικαιωμάτων παραλείποντας εντελώς το γεγονός ότι υπάρχει αίτημα για συλλογικό δικαίωμα από την τουρκοκυπριακή κοινότητα που εδράζεται πάνω σε σκληρά ιστορικά δεδομένα. Ευχαριστώ.