άρθρο

Παύλος Χαραμής, Πρόεδρος ΚΕΤΕΜΕ/ΟΛΜΕ

Εισήγηση στην ημερίδα Ευρώπη και Εκπαιδευτικές πολιτικές.
Πάντειο Πανεπιστήμιο, 5 Απριλίου 2014.

Παύλος Χαραμής, Πρόεδρος ΚΕΤΕΜΕ/ΟΛΜΕ

Θα αναφερθώ συνοπτικά σε βασικούς άξονες της εκπαιδευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα δώσω ορισμένα παραδείγματα από την αποτελεσματικότητα που είχαν οι σχετικές πολιτικές σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ελλάδας και θα καταλήξω σε ορισμένους άξονες προτάσεων, οι οποίοι έχουν διαμορφωθεί σε ένα πλαίσιο ευρύτερο από το ελληνικό, στο πλαίσιο του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Ξεκινώ καταρχάς με την παραδοχή ότι η εκπαίδευση βρίσκεται στη δίνη των αρνητικών εξελίξεων της συγκυρίας αλλά είναι βέβαιο ότι αυτές οι εξελίξεις δεν διαμορφώθηκαν μόνο με την εμφάνιση της πολιτικής των μνημονίων, αλλά αποτελούν εγγενή στοιχεία μιας κρίσης που μόνιμα τα τελευταία χρόνια πλήττει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Ιδιαίτερα όμως ορισμένες χώρες όπως φάνηκε από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.
Παρατηρούμε επίσης ότι οι πολιτικές , οι οποίες εφαρμόστηκαν συνολικά σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέτειναν σε αποφασιστικό βαθμό στη διεύρυνση των ανισοτήτων προς 2 κατευθύνσεις και ανάμεσα στα κράτη μέλη αλλά και στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους. Με αποτέλεσμα η διάκριση βορρά – νότου να μην υπάρχει μόνο σε ευρωπαϊκή κλίμακα αλλά να υπάρχει ο βορράς και ο νότος στο εσωτερικό κάθε χώρας. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκινώντας τη στρατηγική Ευρώπη 2020 αναγνωρίζει τη διεύρυνση αυτών των ανισοτήτων και συμπεραίνει ότι η διεύρυνση αυτή ήταν ένας από τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στο ξέσπασμα της κρίσης και στην αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ανταποκριθεί σε αυτή. Πέρα από αυτά η βασική διάσταση του όλου προβληματισμού σχετικά με το ρόλο των εκπαιδευτικών συστημάτων στις σύγχρονες κοινωνίες, συνιστά η εμπλοκή τους στις διαδικασίες αναπαραγωγής των εκπαιδευτικών ανισοτήτων. Ακριβώς όπως οι ανισότητες στον οικονομικό τομέα, στον τομέα της ισχύος και στον τομέα του ελέγχου των πολιτισμικών αγαθών ενισχύονται, αντίστοιχα διευρύνονται οι ανισότητες που αναπαράγουν τα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα.

Για την αποδυνάμωση των πολιτικών του κράτους πρόνοιας , έγινε ήδη λόγος, και η υποβάθμιση συνολικά του δημόσιου τομέα σε συνδυασμό με την ενίσχυση της ανεργίας και των ποικίλων μορφών υποαπασχόλησης και εργασιακής περιπλάνησης, δημιουργεί ένα κοινωνικό περιβάλλον που ευνοεί την αποχή από την εκπαιδευτική διαδικασία, τις ποικίλες μορφές σχολικής αποτυχίας και υποεπίδοσης και την καθήλωση των παιδιών, κατά βάση που προέρχονται από τα πιο υποβαθμισμένα κοινωνικά στρώματα σε χαμηλού επιπέδου εκπαιδευτικά εφόδια και πιστοποιήσεις, που δεν προσφέρουν αξιόλογες επαγγελματικές εγγυήσεις στην αγορά εργασίας. Ουσιαστικά συζητώντας για αυτές τις πλευρές διαπιστώνει κανείς ότι η ίδια η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον τομέα της εκπαίδευσης έχει συμβάλλει στη διεύρυνση και των κοινωνικών ανισοτήτων.

Παρατηρείται λοιπόν το εξής περίεργο, ενώ από τη μια πλευρά ο λόγος περί ισότητας ευκαιριών και κοινωνικής δικαιοσύνης να επιχειρείται να ενσωματωθεί στην κυρίαρχη ρητορική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ταυτόχρονα να λαμβάνονται αλλεπάλληλα μέτρα που υποτίθεται ότι αποβλέπουν στην άμβλυνση των ανισοτήτων στον τομέα της μόρφωσης και της εκπαίδευσης, οι πολιτικές αυτές δεν έχουν ουσιαστικά κάποια συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η συστηματική προσκόλληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, μια τάση που διαρκώς ενισχύεται το τελευταίο διάστημα, είναι διαρκής πηγή προβλημάτων και για την ίδια την εκπαίδευση. Οι εξελίξεις συνεπώς καθιστούν σήμερα περισσότερο αναγκαία μια εκπαιδευτική πολιτική που θα προάγει τη γενική παιδεία και θα συμβάλλει στην πολυδιάστατη καλλιέργεια της ανθρώπινης προσωπικότητας, μια παιδεία που θα επιτρέπει την κατανόηση και ερμηνεία της πραγματικότητας στο σύνολό της. Θα παρέχει τη βάση για μια ανάπτυξη προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας, θα αυξάνει τις δυνατότητες για συνειδητή και υπεύθυνη συμμετοχή του πολίτη, θα προωθεί την ισότητα των ευκαιριών και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Όπως ανέφερα ήδη, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της εκπαίδευσης κινείται καθαρά στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης αντίληψης, είναι σαφής η κυριαρχία ενός τεχνοκρατισμού και στην εκπαίδευση, που καθιστά τις αναφορές στις κοινωνικές αξίες μιας δημοκρατικής κοινωνίας απλό ρητορικό διάκοσμο. Έτσι όταν οι κοινοί γενικοί στόχοι μεταφράζονται σε επιμέρους πολιτικές κυριαρχούν οι κοινωνικές δεξιότητες και η υποταγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις τρέχουσες προτεραιότητες της αγοράς. Ένα σημαντικό ζήτημα αφορά το εύρος και το βάθος της γνώσης και εμπειρίας που διδάσκεται στις σχολικές τάξης, καθώς η ανάγκη της οικονομικής ολιγαρχίας να προωθεί την τεχνολογική ανάπτυξη σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο, χωρίς να ταυτόχρονα να αμφισβητείται η οικονομική και ιδεολογική της κυριαρχία, οδηγεί κατά βάση σε αντιφατικές επιδιώξεις.

Έτσι προβάλλεται και προωθείται, έως ένα βαθμό τουλάχιστον, η καλλιέργεια της δημιουργικότητας, της αποκλίνουσας σκέψης και της φαντασίας, αλλά αποφεύγεται ο εμπλουτισμός της από τον ιστορικό και κοινωνιολογικό προβληματισμό που ενδέχεται να οδηγήσει τελικά, σε ανατρεπτικά ως προς τις επιδιώξεις της κοινωνικά οράματα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ρίζα της υποβάθμισης των κοινωνικών επιστημών, για παράδειγμα στις κατευθύνσεις που έδωσε η Ευρωπαϊκή Ένωση για την εκπαίδευση και κατάρτιση στην Ευρώπη, μετά τη διαμόρφωση της στρατηγικής της Λισσαβόνας, τονίζεται με ιδιαίτερη έμφαση, ότι πρέπει να ενθαρρύνονται τα παιδιά και οι νέοι, ώστε να αναπτύξουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις θετικές επιστήμες και τα μαθηματικά. Στη συνέχεια προστίθεται η σημασία ενός γενικού εκσυγχρονισμού της παιδαγωγικής πρακτικής, καθώς και των στενότερων δεσμών μεταξύ της επαγγελματικής ζωής και της βιομηχανίας σε ολόκληρο το φάσμα του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Πρόσφατα άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει να δίνει έμφαση σε παρόμοια διδακτικά αντικείμενα, τα λεγόμενα STEM (κοινωνικές επιστήμες και μαθηματικά), σε βάρος των υπολοίπων. Επίσης αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην καλλιέργεια της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας, αλλά και το περιεχόμενο αυτών των λέξεων συστηματικά υπονομεύεται. Για παράδειγμα λέγοντας καινοτομία, δεν εννοεί τις επινοήσεις που στο χώρος της δημόσιας υγείας ή παιδείας θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην καλύτερη αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων και την περιστολή του κοινωνικού αποκλεισμού. Αντίθετα εννοεί την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών, με αποτελεσματικό τρόπο, στην παραγωγική διαδικασία. Αντίστοιχες επισημάνσεις, σε σχέση με τις επιστήμες της κοινωνίας και του ανθρώπου, δεν υφίστανται στα σχετικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κεντρικό θέμα της ευρωπαϊκής ημερήσιας διάταξης που διατρέχει όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, είναι η διασφάλιση της ποιότητας των ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών συστημάτων.

Εδώ θα τονίσω ότι σε διάφορες περιπτώσεις στο παρελθόν η έννοια της ισότητας αντιδιαστελλόταν με την έννοια της ποιότητας και υπήρχε η υποσημείωση ότι σε αυτή τη φάση θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην ποιότητα γιατί με την ποιοτική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών συστημάτων ωφελούνται όλοι. Ωστόσο δεν δίνει απάντηση στο ερώτημα πως συμβαίνει αυτή η ποιότητα να αφορά όλο και λιγότερο μαθητικό πληθυσμό, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να είναι ποιότητα αλλά για λιγότερους και επομένως στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο να αποδίδεται μια πιο υποβαθμισμένη μελλοντική γενεά.

Στο ζήτημα αυτό της διασφάλισης της ποιότητας η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατευθύνεται κατά βάση στην καθιέρωση κοινών δεικτών ποιότητας , αξιολόγησης ή κριτηρίων αναφοράς (benchmarks) σε ευρωπαϊκό επίπεδο και επιδίδεται σε ένα συστηματικό έλεγχο σε σχέση με την επίτευξή τους. Η πρακτική αυτή έχει στο παρελθόν της ανάλογες μελέτες και εγχειρήματα του ΟΟΣΑ και άλλων διεθνών οργανισμών, ενώ συζητείται διεξοδικά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το πρόγραμμα PISA είναι ένας από τους μηχανισμούς μέσω των οποίων επιχειρείται να ομοιομορφοποιηθούν κάποια κοινά δεδομένα σε σχέση με την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων και να αποτελέσουν βάση συγκρισιμότητας όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, μεταξύ των περιοχών ή σχολείων αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Με τη σειρά τους τα αποτελέσματα των διαγωνισμών τύπου PISA χρησιμοποιούνται ως ένας μηχανισμός άσκησης πιέσεων, ώστε να ενταθεί ο ανταγωνισμός και να ενισχυθούν οι μηχανισμοί ελέγχου και συμμόρφωσης βάση των προδιαγεγραμμένων κατευθύνσεων. Με τη χρήση λοιπόν, τέτοιων μηχανισμών επιχειρείται η επιβολή αλλαγών στο περιεχόμενο και τη λειτουργία των εκπαιδευτικών συστημάτων προς τη κατεύθυνση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Δεύτερον με τη χρήση κοινών δεικτών αποτύπωσης δεν λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε συγκεκριμένης εκπαιδευτικής μονάδας, όπως για παράδειγμα η κοινωνική προέλευση των μαθητών της, που ωστόσο είναι καθοριστικοί παράγοντες για την αποτελεσματικότητά της εκπαίδευσης.

Τρίτον δίνεται έμφαση , σχεδόν αποκλειστικά, σε μετρήσιμες πλευρές της αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος που μπορούν εύκολα να αποτυπώνονται (και εδώ βέβαια τίθεται το ερώτημα κατά πόσο εύκολα αποτυπώνονται) με ποσοτικά μεγέθη. Επίσης δίνεται προτεραιότητα σε γνώσεις και δεξιότητες που ενδιαφέρουν το χώρο της αγοράς.

Τέταρτο καθώς οι δείκτες αυτοί δεν προκύπτουν μέσα από διάλογο με τους αρμόδιους εκπαιδευτικούς φορείς και την ευρύτερη κοινωνία, κατά βάση δεν εκφράζουν τον προβληματισμό τους και δεν τους κινητοποιούν. Αντίθετα συναντούν εύκολα την αντίδραση τους.

Πέμπτο, γρήγορα και αναπότρεπτα αυτές οι πρακτικές καταλήγουν σε ένα δαπανηρό γραφειοκρατικό φόρτο, που και αυτός με τη σειρά του εγκαταλείπεται. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η τάση που εντοπίζεται τελευταία για ενίσχυση των διαδικασιών ελέγχου και χειραγώγησης των εκπαιδευτικών που εκφράζεται με τα νέα θεσμικά πλαίσια αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και του εκπαιδευτικού. Αυτή η τάση μπορεί να αποδοθεί σε τουλάχιστον δύο λόγους. Από τη μια πλευρά γιατί η εξουσία θέλει να ασκήσει πίεση στο εκπαιδευτικό σώμα, ώστε αυτό να υιοθετήσει το νέο πλαίσιο αντιλήψεων και πρακτικών, που υποτίθεται ότι στοιχεί προς τις τεχνικό-οικονομικές εξελίξεις ή ουσιαστικά να αποδεχθεί τις αρχές και τις αντιλήψεις του νεοφιλελευθερισμού. Από την άλλη γιατί πρέπει να μειώσει τη δυνατότητα αμφισβήτησης των αξιών στις οποίες βασίζεται η σύγχρονη καπιταλιστική ανάπτυξη, όπως είναι η ανταγωνιστικότητα, η οικονομική εκμετάλλευση, η αξιοκρατία και ούτω καθεξής.

Κλείνοντας θα γίνουν μερικές αναφορές σχετικά με το τι μπορεί να γίνει σε ευρωπαϊκή κλίμακα και σε αυτό το σημείο θα αξιοποιήσω τα πορίσματα μιας παλαιότερης διακήρυξης του κόμματος της ευρωπαϊκής αριστερά με τίτλο «η παιδεία σε κρίση». Ξεκινά αυτή η διακήρυξη με τη διαπίστωση ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική οδήγησε σε μια οπισθοδρόμηση , η οποία θέτει υπό αμφισβήτηση όλες τις κατακτήσεις των τελευταίων ετών. Εφαρμόζεται ένα σύστημα παιδείας πολλών ταχυτήτων που οδηγεί σε κατακερματισμό τη δημόσια παιδεία κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και καταστρέφει την ίδια την ουσία της πνευματικής καλλιέργειας.
Ως κεντρικός στόχος, του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς με βάση αυτήν τη διακήρυξη, είναι η επανάκτηση του δικαιώματος στη δημόσια και δωρεάν παιδεία. Η διεκδίκηση του δικαιώματος αυτού, σημαίνει ότι όλες οι σχετικές υπηρεσίες είναι εντελώς δωρεάν, από τους βρεφικούς σταθμούς και τα νηπιαγωγεία μέχρι το πανεπιστήμιο και αυτό προφανώς και προϋποθέτει μια αλλαγή στη χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευση. Σημειώνω εδώ για την ελληνική περίπτωση ότι έχει φτάσει στο 2,5% επί του ΑΕΠ και ο κατήφορος δεν θα σταματήσει, καθώς οι προβλέψεις δείχνουν ότι στα επόμενα χρόνια θα προσεγγίζουμε μετά δυσκολίας το 2% του ΑΕΠ, ενώ στην Ευρώπη το αίτημα είναι για τουλάχιστον 6% επί του ΑΕΠ για όλες τις χώρες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι αντίθετο με όλα τα σχήματα διαχείρισης που ακολουθούν ως πρότυπο την ιδιωτική επιχείρηση, για παράδειγμα ο πανίσχυρος διευθυντής που ταυτόχρονα προσλαμβάνει δασκάλους και μαθητές ανάλογα με τις διαθέσεις του, ανταγωνισμός ανάμεσα στα σχολεία, κατηγοριοποίηση των σχολείων, κατανομή των διαθέσιμων πόρων και έλεγχος των επιστημονικών γνώσεων βάση της ταξινόμησης. Καταπολέμηση όλων των μορφών ανισότητας και κοινωνικού αποκλεισμού, προϋπόθεση για αυτό αποτελεί η επανένωση του εκπαιδευτικού συστήματος σε ένα κοινό κορμό ή σε ένα ενιαίο σχολείο για όλους τους μαθητές της ίδιας ηλικιακής ομάδας. Στη συνέχεια η επιλογή συγκεκριμένης κατεύθυνσης σπουδών, με άλλα λόγια επαγγελματικής κατεύθυνσης, πρέπει να αναβάλλεται μέχρι το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, άρα μέχρι την ηλικία των 18 ετών. Αιτούμενο είναι ένα σχολείο που θα ενσωματώνει τη διαφορετικότητα και την πολυμορφία των παιδιών, ένα σχολείο που επιτρέπει την πρόσβαση όλων στις ίδιες μορφές γνώσης και πολιτισμού, ένα σχολείο που αντιτίθεται σε κάθε ανισότητα και που δεν επικεντρώνεται στη σχολική καθυστέρηση και τη σχολική αποτυχία, ως το κεντρικό προβληματικό στοιχείο της εκπαίδευσης.

Ο στόχος είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα επιτρέπει στους μαθητές και τις μαθήτριες να αναπτύσσουν κριτικό πνεύμα, να συμμετέχουν σε μια πολυδιάστατη/πολύμορφη κριτική εκπαίδευση που αναπτύσσει πέρα από την κριτική διάθεση και την αμφισβήτηση και τη δημιουργικότητα και τη συμμετοχή στα κοινά. Το σχολείο δεν πρέπει να υποτάσσεται στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Επιπλέον θα πρέπει να εστιάζει σε μεθόδους ενεργητικής εκμάθησης με έμφαση στον πειραματισμό και τη συλλογική εργασία. Θα πρέπει να προωθεί τον πολιτισμό και την καλλιτεχνική παιδεία και την αισθητική καλλιέργεια, αποφεύγοντας την περιθωριοποίηση κάποιων μορφών έκφρασης, όπως είναι η σωματική άσκηση, η θεατρική αγωγή, η εικαστική αγωγή και η μουσική αγωγή.

Πρέπει τέλος, το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς να δεσμευτεί να παλέψει ενάντια στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, να εξασφαλίσει και να ανασυγκροτήσει μια δημόσια εκπαίδευση που θα εγγυάται παιδεία απαλλαγμένη από κάθε οικονομική/θρησκευτική χειραγώγηση. Πρέπει να αποτρέψει την ιδιωτικοποίηση, καθώς οι επενδύσεις στον τομέα της εκπαίδευσης είναι ήδη ανεπαρκής και υπάρχει ο προσανατολισμός προς την ιδιωτική σχολική/εκπαίδευση προς τη βαθμιαία και εντεινόμενη ιδιωτικοποίηση. Πρέπει να εξασφαλίσει δωρεάν, δημόσια παιδεία για όλους και όλες χωρίς εξαιρέσεις, ανεξάρτητα από κοινωνική προέλευση, τάξη θρησκεία και τα λοιπά. Πρέπει επίσης να αγωνιστεί για την εξάλειψη όλων των διακρίσεων κατά των μεταναστών, όλων των διακρίσεων που έχουν βάση τους τη γεωγραφική διαφοροποίηση και ταξινόμηση, όλων των διακρίσεων που έχουν βάση τους τη φυλή και το φύλο ή άλλου είδους κοινωνικά χαρακτηριστικά αρνητικά προσδιορισμένα.

Πρέπει να εξασφαλίσει υποδομές που επιτρέπουν την πρόσβαση και την υποστήριξη ατόμων με ειδικές ανάγκες, προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες τους, στο πλαίσιο μιας εκπαίδευσης που είναι τμήμα της ενιαίας, συνολικής εκπαίδευσης. Τέλος μια σειρά αιτημάτων αφορούν το σώμα των εκπαιδευτικών, όπου τονίζεται ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην ελαστικότητα και την επισφάλεια για το σύνολο του προσωπικού στον τομέα της εκπαίδευσης. Να αντιμετωπίζεται το εκπαιδευτικό προσωπικό με την αξιοπρέπεια που του αρμόζει, να αναβαθμιστεί το κύρος τους και βέβαια να αποκατασταθεί η οικονομική τους επάρκεια που έχει θιγεί στο πλαίσιο αυτό.

Κλείνοντας κάνω μια παρατήρηση, στην Ελλάδα όλες αυτές οι πολιτικές οδήγησαν σε ακραίες συνέπειες, ώστε να γίνεται λόγος για μια γενιά χαμένη ή και προβληματική. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε σε κάτι τέτοιο να συμβεί, καμιά γενιά δεν πρέπει να είναι χαμένη και ιδιαίτερα οι γενιές που μεγαλώνουν σε αυτές τις δυσκολίες με τον καλύτερο τρόπο. Όλος ο πλούτος των αντισταθμιστικών πολιτικών, που σε ευρωπαϊκή κλίμακα έχει επινοηθεί στο πλαίσιο του κράτους πρόνοιας πρέπει να επιστρατευθούν σήμερα γιατί η παιδεία και η νέα γενιά είναι πραγματικά το μέλλον μας, το μέλλον της Ευρώπης, το μέλλον του κόσμου. Ευχαριστώ.