άρθρο

Νίκος Μούδουρος, τουρκολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου

Εισήγηση από την εκδήλωση “Οι εξελίξεις στο Κυπριακό“, που διοργάνωσαν το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες ΑΥΓΗ και Eποχή, Σάββατο 15 Μαρτίου 2014, Νομική Σχολή.

Νίκος Μούδουρος, τουρκολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

 

Ξεκινώ από ένα σημείο που έθεσε ο Σταύρος με ολοκληρωμένο τρόπο διότι με βοηθά πάρα πολύ σε αυτό που θα ήθελα να επικεντρωθώ. Βεβαίως ως Κύπριοι δε θα μπορούσαμε σε καμία περίπτωση να περιμένουμε την ανατροπή του ιμπεριαλισμού για να λύσουμε το κυπριακό πρόβλημα, διότι απλά το κυπριακό πρόβλημα δε θα είναι εκεί για να το λύσουμε.

Η κυρίαρχη αντίληψη μελέτης του κυπριακού προβλήματος νομίζω ότι περιορίζεται σε μια πολύ στενή και παρεξηγημένη θεώρηση του διεθνούς δικαίου μέσα από το οποίο οι δύο κυπριακές κοινότητες αντιμετωπίζονται συνήθως ως δύο εντελώς αδιαφοροποίητα σύνολα, στατικά στο χρόνο, χωρίς καμιά εσωτερική δυναμική και χωρίς κανένα ρόλο στο ίδιο το κυπριακό πρόβλημα. Αν πάρουμε ως δεδομένο αυτή τη κυρίαρχη αντίληψη, τότε η κυπριακή κοινωνία αν λείπει από την εξίσωση του κυπριακού προβλήματος θα υπάρχει ο κίνδυνος να απουσιάσει από την ίδια την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Χωρίς να είμαι σίγουρος για το τελικό αποτέλεσμα, η δική μου η προσπάθεια θα είναι προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, σε ένα ιδιαιτέρα δύσκολο «ναρκοπέδιο» που είναι η τουρκοκυπριακή κοινότητα, οι Τουρκοκύπριοι συμπατριώτες μας.

Δηλαδή να δούμε την εξέλιξη της τουρκοκυπριακής κοινότητας ως ένα δρώντα στη κυπριακή ιστορία, ως μια κοινότητα μεταβαλλόμενων σχέσεων με τη Τουρκία και ως μια κοινότητα η οποία βεβαίως έχει μια εξελικτική σχέση με τη διαδικασία χωριστής κρατικής οικοδόμησης. Θα ξεκινήσω από ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα. Τον Ιανουάριο και το Μάρτιο του 2011 βρίσκονταν 55.000-60.000 κόσμου στη κατεχόμενη Λευκωσία στη πλατεία Ινονού. Αυτό σκεφτείτε το σε αναλογία πληθυσμού καθότι 55.000-60.000 κόσμου σε κινητοποίηση  στο Σύνταγμα δε κάνει τίποτα. Περισσότερο από τη μισή κοινότητα βρισκόταν στο δρόμο και διαμαρτυρόταν ενάντια στα οικονομικά πακέτα υπό το σύνθημα «προστασία της κοινοτικής μας ύπαρξης».

Με αυτές τις κινητοποιήσεις η τουρκοκυπριακή κοινότητα είχε σπάσει για μία ακόμα φορά το κυρίαρχο «ελληνόφωνο» πλαίσιο μελέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Δηλαδή έφυγε για μια ακόμα φορά από τη κατοχική της ανυπαρξία, διότι η κυρίαρχη μελέτη για τη τουρκοκυπριακή κοινότητα στον ελληνόφωνο χώρο σε Ελλάδα και Κύπρο, ήταν να τους αντιμετωπίζει ως μια προέκταση του τουρκικού επεκτατισμού στη Κύπρο. Μια εκκωφαντική εξαίρεση στο παραπάνω είναι η εργασία της κυρίας Αναγνωστοπούλου, την οποία θα προσπαθήσω να ακολουθήσω.

Ποιος ήταν ο αποδέκτης της αγωνίας και της διεκδίκησης των Τουρκοκυπρίων για προστασία της κοινοτικής τους ύπαρξης; Σε ποιον απευθύνεται η διεκδίκηση για να επανέλθει η τουρκοκυπριακή κοινότητα ως υποκείμενο της κυπριακής ιστορίας; Η απάντηση είναι σχετικά εύκολη. Είναι η Τουρκία και πιο συγκεκριμένα η Τουρκία του Κόμματος της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Γιατί αυτό; Πάλι θα επικαλεστώ ορισμένα  πρόσφατα παραδείγματα για να προσπαθήσω να σας μεταφέρω τη κυπριακή πραγματικότητα, το άλλο μας μισό.

Το 2010 ο τότε αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης Cemil Cicek, παραπονούμενος σε Τουρκοκύπριους επιχειρηματίες είχε πει το εξής: «Το να προσπαθείς να μάθεις στους Τουρκοκύπριους να κάνουν μεταρρυθμίσεις είναι σα να αναζητάς νερό στην έρημο». Το 2011 ο πρέσβης της Τουρκίας στα κατεχόμενα Halil Ibrahim Akca, σε συνέντευξη του στο περιοδικό Forbes είχε δηλώσει «η Τουρκία θα γίνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο της Βόρειας Κύπρου». Οι δηλώσεις αυτές αποτελούν μια ποιοτική αλλαγή στις σχέσεις Τουρκίας και τουρκοκυπριακής κοινότητας και πιο συγκεκριμένα μια ποιοτική μετάβαση από το παραδοσιακό σχήμα «μητέρα πατρίδα-μικρή κόρη πατρίδα», κατ’αντιστοιχία όπως είχαν περιγράψει οι Ελληνοκύπριοι τη σχέση τους με την Ελλάδα ως μητέρα πατρίδα.

Για να αποκωδικοποιήσουμε αυτή τη ποιοτική μεταβολή θα πρέπει να βάλουμε στο επίκεντρο μας δύο συζητήσεις. Μία σύντομη σύγκριση με το παρελθόν αλλά και μια συζήτηση για τη σχέση των Τουρκοκυπρίων με τις δομές εξουσίας. Παράνομες μεν αλλά δομές εξουσίας δε. Μας ξεφεύγει το γεγονός ότι ο ψευδοσύμβουλος του ψευδοπροέδρου κλπ. μπορεί να επιδεικνύει παρανομία, προσπαθούν όμως να αποκρύψουν την εμπέδωση δυστυχώς ή ευτυχώς της χωριστής κρατικής οικοδόμησης η οποία επηρεάζει σε τελική ανάλυση τις συνειδήσεις. Το 1974 θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπήρξε μια συνέχεια της μετέπειτα χωριστής κρατικής οικοδόμησης της τουρκοκυπριακής κοινότητας, λόγω κυρίως της ελληνοκυπριακής συντηρητικής αυθαιρεσίας που προηγήθηκε τη δεκαετία του ’60 αλλά και πιο πριν. Όμως το 1974 φέρνει μαζί του κάποια νέα στοιχεία που δε μπορούμε να προσπεράσουμε παρά τη κρατική οικοδόμηση των Τουρκοκυπρίων. Το πρώτο είναι ο ολοκληρωτικός εδαφικός διαμελισμός της Κύπρου και το δεύτερο είναι η ολοκληρωτική διάρρηξη του κοινωνικού ιστού ολόκληρης της κυπριακής κοινωνίας. Υπό αυτή την έννοια αντιμετωπίζω τη κρατική οικοδόμηση που ξεκινά το 1974 ως μια υβριδική στιγμή, ως σημείο μηδέν. Το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτού του σημείου μηδέν δεν ήταν καθόλου κυπριακό και καθόλου τουρκοκυπριακό. Αντίθετα ήταν υπονομευτικό της ίδιας της εθνοκοινοτικής τουρκοκυπριακής συγκρότησης.

Καταρχήν θα μιλήσω σε δύο επίπεδα, το ιδεολογικό και το κοινωνικοοικονομικό. Στο ιδεολογικό επίπεδο η πορεία απ’το 1974 και μετέπειτα επανακαθόρισε το τουρκικό εθνικισμό στη Κύπρο με τρόπο που για παράδειγμα ο εκπρόσωπος του τουρκικού έθνους στη Κύπρο ήταν παράλληλα εκπρόσωπος ενός τμήματος του τουρκικού έθνους ενώπιον της εξουσίας της Άγκυρας. Υπό αυτή την έννοια οι Τουρκοκύπριοι ήταν μόνο μια οντότητα η οποία μπορούσε να υπάρχει διότι η ερμηνεία του τουρκικού έθνους από το στρατό αναπαρήγαγε τη «σωτηρία» της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Όμως σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο είχαμε επίσης μια πάρα πολύ σημαντική εξέλιξη. Η ιδρυτική στιγμή βρήκε τη τουρκοκυπριακή κοινότητα σε μια κατάσταση ενός ιδιότυπου κρατικού καπιταλισμού.

Υπήρχε μια εξωτερική διευθέτηση που θα νομιμοποιούσε τη βιωσιμότητα του καθεστώτος στα βόρεια εδάφη της Κύπρου και μια εσωτερική διευθέτηση. Η εξωτερική διευθέτηση είναι εύκολη. Σημαίνει την ολοκληρωτική χρηματοδότηση της ζωής των Τουρκοκυπρίων από το τουρκικό προϋπολογισμό. Η εσωτερική διευθέτηση είναι πολύπλοκη. Στην εσωτερική διευθέτηση της νομιμοποίησης αυτής της κρατικής οικοδόμησης υπάρχει το στοιχείο του κράτους «πάτρωνα», του κράτους ενός τεράστιου δικτύου πελατειακών σχέσεων το οποίο από τη πρώτη στιγμή συμπεριέλαβε εντός του τα εμβληματικά στοιχεία αυτού του ιδιότυπου κρατικού καπιταλισμού. Το ένα στοιχείο ήταν ο διαμοιρασμός των ελληνοκυπριακών περιουσιών για τις ανάγκες στέγασης των Τουρκοκύπριων οι οποίοι προσφυγοποιήθηκαν από τις νότιες περιοχές. Το δεύτερο στοιχείο ήταν ο διαμοιρασμός των ελληνοκυπριακών εμπορικών και επιχειρηματικών υποστατικών πάνω στα οποία χτίζονται οι κρατικές οικονομικές επιχειρήσεις. Το τρίτο στοιχείο  και πιο σημαντικό ήταν η δημιουργία ενός διευρυμένου δημόσιου τομέα, μιας μεγάλης γραφειοκρατίας η οποία απέκοψε ριζικά τη τουρκοκυπριακή κοινότητα από τη παραγωγική διαδικασία. Σύμφωνα με μετρήσεις του 2011 υπήρχαν στα κατεχόμενα περίπου 70.000 νοικοκυριά από περίπου 100.000 νοικοκυριά τα οποία παίρνουν κρατική επιταγή οποιουδήποτε τύπου, είτε είναι μισθός, σύνταξη είτε άλλα ωφελήματα. Γίνεται έτσι κατανοητή η ενσωμάτωση της κοινωνίας σε αυτές τις δομές.

Την ίδια στιγμή αυτές οι δομές φέρουν φοβερές αντιφάσεις που δημιουργούν απονομιμοποίηση. Καταρχήν αποκόπτεται η τουρκοκυπριακή κοινότητα από τη παραγωγική διαδικασία. Η βιομηχανική και εμπορική ελίτ των Τουρκοκυπρίων είναι αδύνατη και πλήρως εξαρτημένη από τους βετεράνους της ΤΜΤ, τους κύκλους εξουσίας του Rauf Denktas, και βεβαίως τα κόμματα που εκφράζει αυτός ο χώρος όπως το κόμμα Εθνικής Ενότητας. Η δημογραφική αλλαγή δε, δια μέσου του εποικισμού προκάλεσε το πρώτο ολοκληρωμένο πολιτιστικό σοκ στη τουρκοκυπριακή κοινότητα το 1975, όταν ξαφνικά επανέρχεται στο δημόσιο λόγο η ανάγκη προστασίας της κυπριακής πτυχής της τουρκοκυπριακής ταυτότητας.

Η αρνητική συνέπεια όλης αυτής της πορείας αλλά και η συνέπεια που μας δείχνει ότι οι Τουρκοκύπριοι προσπαθούν να μετασχηματίσουν τις σχέσεις τους με την Άγκυρα, είναι το γεγονός ότι ακριβώς επειδή υπάρχουν δομές εξουσίας, ωριμάζει η χωριστή συνείδηση τουρκοκυπριακής εξουσίας. Χειραφετείται δηλαδή από τη μια μεριά αλλά ταυτόχρονα συνειδητοποιείται ακόμα περισσότερο ότι υπονομεύεται από τη τουρκική εξουσία. Επίσης υπάρχει η κρίση απονομιμοποίησης που προκαλεί η αδυναμία της εξωτερικής διευθέτησης όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Έχουμε μεγάλες κινητοποιήσεις στη τουρκοκυπριακή κοινότητα εδώ και πολλά χρόνια, φαινόμενο που είναι διαχρονικό και δε πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Το 2001 φτάσαμε μέχρι τα σημεία κοινωνικής εξέγερσης διότι ακριβώς η εξωτερική διευθέτηση της νομιμοποίησης είχε καταρρεύσει. Η Τουρκία το 2000 αδυνατούσε να επαναχρηματοδοτήσει τη καταρρέουσα τουρκοκυπριακή οικονομία, ιδιαίτερα το τραπεζικό τομέα, με αποτέλεσμα να βρεθούν 30.000 καταθέτες μέσα σε μερικά εικοσιτετράωρα χωρίς καμία περιουσία. Τελικά δηλαδή η μεγαλύτερη συνέπεια είναι ότι αμφισβητήθηκε, μέσα από τη διαδικασία κρατικής οικοδόμησης μετά το 1974, ο ρόλος της τουρκοκυπριακής κοινότητας ως δρώντα της κυπριακής ιστορίας, ως κυπριακή δηλαδή κοινότητα με ρόλο στην επίλυση του κυπριακού προβλήματος.

Το σημείο μηδέν του 1974 έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα νέα εθνικά οράματα που εκπροσωπεί το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Η Κύπρος αυτή τη στιγμή δεν αποτελεί όντως ζήτημα πολιτικής επικαιρότητας στη Τουρκία, όμως αποτελεί ζήτημα της νέας κυβερνητικής πολιτικής, της νέας Τουρκίας. Ως εξής, κατά την άποψη μου, η Κύπρος είναι μόνο ένα κομμάτι της ευρύτερης και ολοκληρωμένης πολιτικής που ακολουθεί η Τουρκία στην ανατολική Μεσόγειο. Είναι ένα κομμάτι δηλαδή της πολιτικής που επιδιώκει να αναδειχθεί η Τουρκία ως ένας φορέας νεοφιλελεύθερης ανασυγκρότησης του εμπορίου, της ενέργειας, του τουρισμού και γενικότερα της οικονομίας στην ανατολική Μεσόγειο. Υπό αυτή την έννοια, οι δομές στα βόρεια εδάφη δε διευκολύνουν καθόλου τη στρατηγική αυτή της τουρκικής κυβέρνησης, και γι’αυτό θα πρέπει να αλλάξουν.

Ένας στόχος της τουρκικής κυβέρνησης είναι η κατάργηση της φιλοσοφίας του σημείου μηδέν του 1974. Αυτή είναι η κυπριακή μετάφραση του πως η τουρκοκυπριακή κοινότητα επανέρχεται στη Τουρκία ως ένα «αντικείμενο εκπολιτισμού», αυτή τη φορά ένα «αντικείμενο νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού», που επίσης προκαλεί τη κάθοδο 55.000-60.000 ανθρώπων στο δρόμο. Πιο συγκεκριμένα υπάρχει μια συνολική επίθεση σε αυτό που επικράτησε να ονομάζεται «τουρκοκυπριακό κάστρο», δηλαδή ο δημόσιος τομέας, υπάρχει ένα περαιτέρω άνοιγμα της τουρκοκυπριακής αγοράς, αλλά λόγω της παρανομίας του καθεστώτος το άνοιγμα γίνεται αποκλειστικά και μόνο στο τουρκικό κεφάλαιο, και βεβαίως υπάρχει μια πορεία ισλαμικής αναγέννησης σε μια κατεξοχήν κοσμική κοινότητα.

Ποιο θα ήταν το βασικό συμπέρασμα; Τα αιτήματα αυτά των 55.000-60.000 συμπατριωτών μας δείχνουν το εξής. Αν για παράδειγμα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα επικρατεί συντριπτικά η σκληρή λογική των αντιλήψεων της τρόικα, στη τουρκοκυπριακή κοινότητα επικρατεί συντριπτικά η αντίληψη της κατά παράφραση, «τουρκόικα». Βάσει αυτού οι Κύπριοι σήμερα είτε ελληνόφωνοι είτε τουρκόφωνοι, είναι όμηροι της λιτότητας. Είναι όμηροι της ίδιας φιλοσοφίας η οποία απλώς εκφράζεται με διαφορετική γλώσσα. Αυτές λοιπόν είναι οι κινητοποιήσεις που θεωρώ πως έχουν διαγράψει στο δημόσιο χώρο πάρα πολλά κοινά αιτήματα με τους Ελληνοκύπριους.

Σε ένα άλλο επίπεδο, και στο κοινωνικοοικονομικό, είναι ζητήματα που θα πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως μια κυπριακή υπόθεση. Η διεκδίκηση των Τουρκοκυπρίων να πάρουν το ρόλο του υποκειμένου στη κυπριακή ιστορία δε μπορεί παρά να είναι ένα γνήσιο κυπριακό προοδευτικό αίτημα. Λόγω αυτών των δυναμικών εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας, μπορούμε να υιοθετήσουμε κοινά αιτήματα τα οποία βεβαίως θα επηρεάζουν προς τη σωστή κατεύθυνση και το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.