άρθρο

Ζαχαρίας Τριγάζης, μέλος ΚΣ του Ομοσπονδία Διοικητικού Προσωπικού Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Εισήγηση στην ημερίδα Ευρώπη και Εκπαιδευτικές πολιτικές.
Πάντειο Πανεπιστήμιο, 5 Απριλίου 2014.

Ζαχαρίας Τριγάζης, μέλος ΚΣ του Ομοσπονδία Διοικητικού Προσωπικού Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης
Γειά σας συντρόφισσες και σύντροφοι. Θα προσπαθήσω να έχω μια μικρή συμβολή σε αυτή την κουβέντα. Έχω την εκτίμηση ότι πρέπει να δούμε τις εκπαιδευτικές πολιτικές που ασκούνται, σε δύο πράγματα. Αν τις δούμε… στα τελευταία 24-25 χρόνια έχουμε δύο περιόδους κατά την γνώμη μου. Η μία περίοδος είναι η περίοδος των δύο δεκαετιών ’90 και 2000, που έχουμε ένα συγκεκριμένο ζήτημα, την ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και ταυτόχρονα την κυριαρχία του. Και έχουμε την περίοδο μετά το ’08-’09, την κρίση του συστήματος και έχουμε και την επιβολή των μνημονίων. Πως δένονται αυτά τα ζητήματα. Επιθετικά ο νεοφιλελευθερισμός τις δύο δεκαετίες του ’90 και του 2000, στο στόχαστρο έβαλε δύο πράγματα. Το ένα ήταν η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η αφαίρεση των κατακτήσεων και των δικαιωμάτων των εργαζομένων, και το δεύτερο ζήτημα ήταν το κοινωνικό κράτος.

Το κοινωνικό κράτος όχι μόνο σαν κατάκτηση των κοινωνιών και του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά και σαν εργαλείο αναδιανομής του πλούτου υπέρ των ανθρώπων και υπέρ των κοινωνιών. Αυτά ήθελε να τα ακυρώσει για να μπορέσει να προχωρήσει τα σχέδια του. Έκανε αυτά τα πράγματα. Έκανε ρυθμίσεις, εθνικές ρυθμίσεις, υπερεθνικές ρυθμίσεις και γι’ αυτό έχουμε όλες αυτές τις αποφάσεις για το εκπαιδευτικό σύστημα, τις προηγούμενες, να μην τις αναφέρω και τρώω το χρόνο. Μπήκαμε στην κρίση και στο μνημόνιο. Ήρθε βίαια, γρήγορα και βίαια, με ένα συνολικό σχεδιασμό με τα μνημόνια να πει αυτά τα προτάγματα του νεοφιλελευθερισμού θα τα εφαρμόσω βίαια. Αυτήν την κατάσταση είχαμε να αντιμετωπίσουμε τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Όμως έχω την εκτίμηση ότι χωρίζεται και σε δύο περιόδους αυτό το πράγμα.

Τα δύο πρώτα χρόνια του μνημονίου έχουμε διαρθρωτικές παρεμβάσεις αφαίρεσης κατακτήσεων και δικαιωμάτων. Και ταυτόχρονα -γι’ αυτό είχαμε το μεσοπρόθεσμο και όλα αυτά- να δημιουργήσουμε και το οικοδόμημα το θεσμικό για να προχωράνε τα μέτρα. Τα δύο τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα το ’13 και το ’14 έχουμε διαρθρωτικές παρεμβάσεις καταστροφής του κοινωνικού κράτους και των δομών. Και με αυτή την έννοια ζήσαμε, και εκεί θα επικεντρώσω λίγο, το ’11 το νόμο της Διαμαντοπούλου που είναι ο πυρήνας του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Έβαλε τις βάσεις για να χτυπήσει δύο πράγματα. Να ακυρώσει το δημόσιο πανεπιστήμιο και μιλάω για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, το ακαδημαϊκό πανεπιστήμιο κομματιάζοντας, κατακερματίζοντας και διαλύοντας τα επιστημονικά αντικείμενα. Το δημοκρατικό πανεπιστήμιο αλλά και κύριος στόχος πολιτικός, να ακυρώσει τον δημόσιο χώρο του πανεπιστημίου και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σαν ένα χώρο αμφισβήτησης και ταυτόχρονα κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης των ανθρώπων που έρχονταν από τις κατώτερες τάξεις λόγω της κοινωνικής κινητικότητας που διαμορφωνόταν.

Και με αυτή την έννοια έβαλε το θεσμικό οικοδόμημα για να κάνει αυτά. Το ’13 πέρασε στην επίθεση. Στην επίθεση καταστροφής. Γι’ αυτό είχαμε το κλείσιμο των σχολείων, τα σχέδια διάλυσης του συστήματος δημόσιας υγείας και προφανώς τα δημόσια πανεπιστήμια δεν θα έμεναν απ’ έξω. Το ’13 το καλοκαίρι και ξεκινώντας με την ακαδημαϊκή χρονιά του ’13- ’14 είπε «εφαρμόζω το πολιτικό μου σχέδιο με μια λογική καταστροφής». Πέρα από το ιδεολόγημα το πολιτικό, το νεοφιλελεύθερο -πως έλεγε ο Μητσοτάκης να σπάσω το ταμπού των απολύσεων στο δημόσιο- πέρα από αυτό, είπε ότι πρέπει να σχεδιάσουμε τώρα να πάμε διαφορετικά, πρέπει να αρχίσουμε να καταστρέφουμε. Θέλουμε να αδειάσουμε τα πανεπιστήμια και τις υπηρεσίες τους από δυναμικό, να τα οδηγήσουμε σε αδυναμία λειτουργίας, για να διευκολύνουμε το σχέδιο μετάλλαξης του πανεπιστημίου και διαμόρφωσης όλων των όρων εκείνων που θέλουν το πανεπιστήμιο της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε άλλη κατεύθυνση. Δεν είναι τυχαίο το ότι χτύπησε τα 8 μεγαλύτερα πανεπιστήμια. Χτύπησε την κορυφή της πυραμίδας για να ισοπεδώσει στην συνέχεια το από κάτω.

Για να μην μακρηγορώ και να μην θεωρητικολογούμε και πολύ, θέλω να πω ότι εμείς εκείνη την περίοδο είπαμε ότι θα κάνουμε έναν αγώνα. Με δυσκολίες, με προβλήματα, με επιφυλάξεις αν θα μπορέσουμε να τα πάμε. Είχαμε έναν αγώνα 96 ημερών, που αν με ρωτάγατε όταν τον ξεκινάγαμε, θα σας έλεγα δεν βγαίνει για πολλές βδομάδες. Γιατί βγήκε; πρώτον, η πρωτοβουλία του αγώνα δόθηκε στους από κάτω. Τον πήραν στην πλάτη τους οι άνθρωποι οι ίδιοι αυτόν τον αγώνα. Το δεύτερο είναι ότι τον αγώνα αυτό της υπεράσπισης των δικαιωμάτων μας, να μην βγούμε στην διαθεσιμότητα, να μην απολυθούμε, τον μεταλλάξαμε πολύ σύντομα σε έναν αγώνα υπεράσπισης του δημοσίου πανεπιστημίου και του αγαθού της παιδείας και αυτό είχε έναν κοινωνικό αντίκτυπο, και τρίτον μετεξελίχθηκε σε μια σύγκρουση με την συνολικότερη πολιτική της κυβέρνησης και γενικότερα της αυταρχικής πλευράς της. Εκεί επάνω όταν βλέπαμε ότι κάποια πράγματα συνέβαιναν αντέχαμε, παρά την κόπωση, παρ’ όλα αυτά.
Όταν ακυρωνόταν ο κοινωνικός αυτοματισμός, αυτό που φοβόμασταν, έρχονταν οι καινούργιοι φοιτητές, δεν θα μπορέσουμε να αντέξουμε στην πίεση των καινούργιων φοιτητών να μην εγγραφούν κλπ. Τον ακυρώσαμε αυτόν τον κοινωνικό αυτοματισμό που επεδίωκε η κυβέρνηση και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γιατί με του ίδιους ανθρώπους αυτούς, κουβεντιάσαμε μαζί τους, τους είπαμε ότι εμείς είμαστε απεργοί όχι για την πάρτη μας αλλά για το μέλλον αυτού του ίδιου του παιδιού, για να μπορεί να έχει πανεπιστήμιο, να έχει πρόσβαση στην γνώση κλπ. Όλη η αυταρχική επίθεση, τα δικαστήρια που μας πήγαιναν, τα καλέσματα που μας κάνανε στη ΓΑΔΑ, παρότι ήταν συχνά και ανα δεύτερη μέρα, έπεσαν στο κενό. Αυτό έδινε μια αισιοδοξία στον κόσμο μας και τους ανθρώπους ότι συνεχίζουμε. Γι’ αυτό κρατήσαμε 96 μέρες, γι’ αυτό κερδίσαμε ενεργητικά και σε ένα βαθμό παθητικά –αντιστάσεις δεν είχαμε από την πανεπιστημιακή κοινότητα.

Και στην κοινωνία είχαμε κάτι σημαντικό. Δύο πράγματα θέλω να πω. Πρώτο στοιχείο η οργάνωση από τα κάτω, ήταν σημαντικό. Εγώ προσωπικά που είμαι καμιά 40αριά χρόνια στα συνδικάτα, συντρόφισσες και σύντροφοι, υποκλίνομαι στην δημιουργικότητα και την εφευρετικότητα αυτών των ανθρώπων που δεν είχαν καμία προηγούμενη εμπειρία από αγώνες. Ήταν καταπληκτικό. Και με αυτή την έννοια λέω στον εαυτό μου μετά από 40-45 χρόνια στην αριστερά, εμπιστοσύνη σε αυτούς τους ανθρώπου τους από κάτω, τους απλούς. Ας δώσουμε πρωτοβουλία σε αυτούς τους ανθρώπους, σε αυτόν τον κόσμο να δημιουργήσει την επόμενη μέρα για την ζωή του.
Και τέλος θέλω να πώ το εξής. Αισθανθήκαμε και μόνοι μας αυτή την περίοδο και λέγαμε ότι δεν καταφέραμε το εργατικό κίνημα, τα συνδικάτα να συντονιστούν να ενοποιηθούν οι αγώνες και οι προσπάθειες. Ένα συμπέρασμα που πρέπει να βγάλουμε σύντροφοι και θα κλείσω με αυτό. Τι έφταιξε και το εργατικό κίνημα δεν μπόρεσε να το κάνει αυτό; Έφταιξαν οι συσχετισμοί; έφταιξε ότι τα συνδικάτα; Έχω την εκτίμηση ότι την εποχή του μνημονίου της βίαια και γρήγορης εποχής ότι θα περάσουν τα νεοφιλελεύθερα σχέδια. Άλλαξαν οι όροι της ταξικής και συνδικαλιστικής πάλης και εμείς δεν μπορέσαμε να προσαρμοστούμε, δεν είμασταν έτοιμοι να προσαρμοστούμε και πρέπει να μας προβληματίσει βαθιά αυτό το ζήτημα και να δούμε πως θα προσαρμόσουμε πηγαίνοντας προς το πέμπτο έτος του μνημονίου την οργάνωση της πάλης των λαϊκών στρωμάτων όχι μόνο για να αποκρούσουμε αυτή την πολιτική αλλά για να αναδιαμορφώσουμε το νέο υπόδειγμα οργάνωσης της κοινωνίας και των ανθρώπων, για να έχουν και τα παιδιά, οι νέοι –γιατί αναρωτιόμαστε καμιά φορά που είναι οι φοιτητές- να τους δώσουμε ελπίδα, για να φύγει το βάρος που έχουν επάνω τους και διακατέχονται από το συναίσθημα της χαμένης γενιάς. Να το βγάλουν από πάνω τους για να μπει και η νεολαία στο προσκήνιο ξανά, όπως έγινε στις πιο κρίσιμες στιγμές της ελληνικής κοινωνίας και των αγώνων του λαϊκού κινήματος. Ευχαριστώ.