άρθρο

Δημοσθένης Παπασταμόπουλος, διδάσκων σε ΤΕΙ, μέλος Γραμματείας Τμήματος Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ

Εισήγηση στην ημερίδα Ευρώπη και Εκπαιδευτικές πολιτικές.
Πάντειο Πανεπιστήμιο, 5 Απριλίου 2014.

Δημοσθένης Παπασταμόπουλος, διδάσκων σε ΤΕΙ, μέλος Γραμματείας Τμήματος Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ
Νεοφιλελεύθερες πολιτικές και αντιστάσεις, το θέμα του πρωινού τραπεζιού. Αν κανείς έκανε μια απόπειρα να αποτυπώσει την εξέλιξη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών για την παιδεία, θα πρέπει παράλληλα να κάνει μια προσπάθεια να διαβάσει και να αποτυπώσει και την πορεία μιάς αντίρροπης κίνησης. Εκείνης των αντιστάσεων που αναπτύχθηκαν στο όνομα της υπεράσπισης του μορφωτικού χαρακτήρα της παιδείας. Των δικαιωμάτων πρώτα απ’ όλα που περικλείει αυτό το αγαθό για το σύνολο της κοινωνίας, του καθολικού τους χαρακτήρα δηλαδή. Αλλά και του ίδιου του χαρακτήρα της μόρφωσης. Πρόκειται δηλαδή για την ανάλυση μιας διαρκούς ταξικής αναμέτρησης. Μιας διαρκούς μεταβολής των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών, αλλά όχι σε ένα πεδίο όπου από την μία πλευρά είναι το κράτος και από την άλλη είναι η κοινωνία.

Πρόκειται για αναμετρήσεις οι οποίες γίνονται ακριβώς το πεδίο του κράτους και αυτό έχει ένα ενδιαφέρον. Σε αυτό ακριβώς το πεδίο που κρατικές λειτουργίες και μηχανισμοί αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία αλλά όχι μονοσήμαντα, όχι μονοδιάστατα. Δηλαδή το αποτέλεσμα αυτής της ιδεολογικής αναπαραγωγής δεν αναπαράγει απλώς τις σχέσεις κυριαρχίας αλλά τροφοδοτεί και κοινωνικούς ανταγωνισμούς, διαμορφώνει και νέους όρους αμφισβητήσεων, μετασχηματίζει παλιές θεσμικές ρυθμίσεις και συμφωνίες που αποτυπώνονται σε δομές, ανακατανέμει εξουσία αλλά επίσης, για να μιλάμε και για τις αντιστάσεις, κάθε φορά, διαμορφώνει και νέους όρους και νέα καθήκοντα για τον κόσμο της εργασίας, νέα αγωνιστικά καθήκοντα.

Η ιδιοτυπία λοιπόν αυτής της αναμέτρησης των κοινωνικών δυνάμεων που συμπυκνώνονται στο δίπολο κεφάλαιο και εργασία στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, συνίσταται τόσο στο πεδίο που διεξάγεται όσο και στα επίδικά του. Η ανώτατη εκπαίδευση για ιστορικούς λόγους, αποτέλεσε έναν θύλακα, με δημόσια χαρακτηριστικά, ένα θύλακα συλλογικής γνώσης και έρευνας, εκεί δηλαδή που μπορούσαν να διατυπωθούν ελευθέρα ερωτήματα, να επιλεχθούν μέθοδοι διδασκαλίας. Ένα χώρο με διοικητική και λειτουργική αυτοτέλεια, που απολάμβανε την κρατική εγγύηση της οικονομικής του ενίσχυσης και γι’ αυτό και είχε και έναν σχετικό βαθμό αυτονομίας. Και είναι σημαντικό ότι είχε και μία σχετική αυτονομία και όσον αφορά και την αναπαραγωγή του –ένας θεσμός που μπορούσε να αυτοαναπαραχθεί. Αυτά τα πολύ γενικά χαρακτηριστικά στον έναν ή στο άλλο βαθμό ίσχυαν για το σύνολο της Ευρώπης, με μία ενδεχόμενη σχετική εξαίρεση της Βρετανίας. Είναι σχετικά διαφορετική η αγγλοσαξονική παράδοση εδώ.

Πάντως αποτελούν κοινό πεδίο για αυτό που αποκαλούμε ευρωπαϊκή παράδοση στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Είναι αυτή που σηματοδοτείται με τον όρο universitas. Είναι αυτή που τροφοδοτείται από την παράδοση του διαφωτισμού και είναι αυτή που συμβολίζεται με το ακαδημαϊκό πρότυπο του πανεπιστημίου Χουμπολτ. Είναι αυτή η παράδοση που επέτρεψε το να αναπτυχθούν αντιστάσεις τον τελευταίο καιρό, οι οποίες συχνά πυκνά αναφέρονταν εκεί ακριβώς. Σε εκείνη την παράδοση, σε εκείνες τις αξίες. Αλλά το ερώτημα είναι αν η αναφορά σε εκείνες τις αξίες αρκεί. Αν δηλαδή, προσπαθώντας να αξιοποιήσουμε ότι πιο φιλελεύθερο είχε η αστική παράδοση, αν αυτό αρκεί για να είναι ολοκληρωμένες και αποτελεσματικές οι αντιστάσεις μας, όχι τόσο στο να ακυρώσουν, όσο στο να προβάλουν μια άλλη προοπτική.

Επειδή αυτή η αντιπαράθεση δεν είναι στη σφαίρα των ιδεών, θα μου επιτρέψετε να θυμίσω μια παλιά μαρξική παρατήρηση που συνδέει τα χαρακτηριστικά της επιστήμη με τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Είναι πολύ σαφής ο τρόπος με τον οποίο το περιγράφει, και περιγράφει ακριβώς ότι η ιστορική εξέλιξη ανάπτυξης του καπιταλισμού ήταν και μία απάντηση στην ανάγκη μετατροπής της επιστήμης σε παραγωγική δύναμη. Αυτό μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε και τις προτεραιότητες σε ότι αφορά το αν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι αυτές που μετέτρεψαν ή μετατρέπουν το πανεπιστήμιο σε επιχείρηση. Ή αν το πανεπιστήμιο επιχείρηση προϋπήρχε και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι η πιο ακραία, αυταρχική, αντιδημοκρατική έκφραση μιας τέτοιας διαδικασίας. Και γι’ αυτό ακριβώς αναφέρθηκα προηγουμένως στο ότι δεν μας αρκεί η παλιά αστική παράδοση του πανεπιστημίου του Χουμπολτ.

Αυτήν ακριβώς την παράδοση ο αντίπαλός μας την έχει ήδη εξορίσει από το δικό του ιδεολογικό και πολιτικό οπλοστάσιο. Την έχει αρχειοθετήσει στα άχρηστα. Δεν απεμπολούμε βέβαια εμείς αυτές τις αξίες αλλά πρέπει να πάρουμε υπ’ όψιν ότι ο αντίπαλος τις έχει εχθρικές πιά. Ήταν δικές του και τις έβαλε στην άκρη. Η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του καπιταλισμού είναι μια ιστορία που δεν προέκυψε από μια en vitro εργαστηριακή, από ένα en vitro σχεδιασμό μιας άλλης πολιτικής όταν απέτυχε το κράτος ευημερίας, το κοινωνικό κράτος. Αποτελεί την δυναμική έκφραση στη σφαίρα των ιδεών και στο πεδίο της πολιτικής της επιθετικής κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, έτσι τουλάχιστον όπως εκτυλίχτηκε από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Οι καινούργιες τάσεις αναδιάρθρωσης της παραγωγής, ο κατακερματισμός της τεχνικά και γεωγραφικά, υποτάχθηκαν στις απαιτήσεις της ταχύτητας που έβαζε η νέα εποχή. Της ταχύτητας στην κίνηση των κεφαλαίων και της ταχύτητας των χρηματοπιστωτικών ειδώλων της.

Γι’ αυτό ακριβώς και η αναδιάταξη της σχέσης ιδιωτικού και δημόσιου, με αιχμή τις ιδιωτικοποιήσεις, η συμπίεση αυτού που ονομάζουμε κοινωνικό απόθεμα, το κοινωνικό μέρισμα, που είναι οι δαπάνες αναπαραγωγής, και η ιδιωτικοποίηση τους, οδήγησαν στον μετασχηματισμό του κράτους και των λειτουργιών του. Δεν είναι το ίδιο κράτος, έστω και αν αναπαράγει του ς ίδιους όρους ταξικής κυριαρχίας, με αυτό που ήταν το ’60, το ’70 και το ’80. Το πανεπιστήμιο επιχείρηση λοιπόν φαίνεται ότι προϋπήρχε, και θα κάνω μια προσπάθεια να το περιγράψω. Αλλά αν θέλουμε να το περιγράψουμε ως πανεπιστήμιο επιχείρηση, που δεν είναι ένα ιδεολόγημα ή, ας το πούμε έτσι, ένα αυταρχικό καπρίτσιο της άρχουσας τάξης, θα πρέπει μάλλον να σκεφτούμε γιατί υπάρχει. Από πού προκύπτει. Γιατί δεν βόλευε το προηγούμενο. Η απορρύθμιση λοιπόν του κοινωνικού κράτους, που περιεγράφηκε προηγουμένως, και που δεν χρειάζεται να κάνουμε όλη αυτή την ιστορική αναφορά, αλλά να το θεωρήσουμε μια αυτονόητη βιβλιογραφική παραπομπή, οδηγεί λοιπόν σε ένα καινούργιο κράτος. Σε ένα κράτος που μανατζάρει, το κράτος μάνατζερ, και που στους ιδεολογικούς του μηχανισμούς στον χώρο της εκπαίδευσης προσπαθεί να εμφυτεύσει τρείς βασικές αρχές, τρία κριτήρια, τα οποία είναι η οικονομία, η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, όλες οι συμφωνίες και οι συναινέσεις επί τω δημοκρατικό που προϋπήρχαν, είναι πιά άχρηστες γιατί δεν είναι ούτε οικονομικές, ούτε εγγυόνται αποτελεσματικότητα, ούτε αποδοτικότητα, σε ποιο πράγμα; στο να ανανεωθούν οι σχέσεις εργασίας επί το κερδοφόρον.

Αυτό είναι το ζητούμενο. Αν λοιπόν θα θέλαμε να κάνουμε μια κριτική στις πολιτικές και κοινωνικές αντιστάσεις στην νεοφιλελεύθερη αποδόμηση, την αποδόμηση του παλιού πανεπιστημίου. Του πανεπιστημίου που αναπτύχθηκε στον καιρό του καπιταλισμού όμως. Θα πρέπει να σκεφτούμε πως διατυπώνονται ή πως οργανώνεται η συζήτηση για τα νέα καθήκοντα της Αριστεράς, που δεν είναι απλώς να αποτρέψουν την μνημονιακή βαρβαρότητα, στο να ανατρέψουν το σημερινό κοινωνικό status, αλλά κυρίως στο πως θα οργανώσουμε την απάντηση στην κρίση με όρους όχι απλώς άρνησης αλλά και με όρους οικοδόμησης, με όρους κοινωνικής σωτηρίας, και παράλληλα μαζί μ’ αυτό με όρους ανασυγκρότησης, ανασύνταξης, ανάταξης. Αυτό που ο ΣΥΡΙΖΑ πάνω κάτω περιγράφει ως ανατροπή, κυβέρνηση της αριστεράς, κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας για την κοινωνική και παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Αυτή δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την ιστορία των αντιστάσεων, γιατί αν αυτές είναι στενά συνδικαλιστικές, είναι μια άλλη δουλειά.

Τελικά όμως δεν ήταν τέτοιου μόνο τύπου. Για να τιμήσουμε και τους διοργανωτές της σημερινής εκδήλωσης, το ινστιτούτο Πουλαντζά, αξίζει να διατυπώσουμε κάποια ερωτήματα με βάση τη σκέψη του. Δηλαδή το βασικό ερώτημα πρέπει να είναι ποιες είναι οι κυρίαρχες δυναμικές που αναπαράγονται από τους σημερινούς μετασχηματισμούς του κράτους. Και κατόπιν να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιος διοικεί, ποιος αποφασίζει. Αν πάμε με το ανάποδο θα βρεθούμε για παράδειγμα στο εξής σχήμα: να μην μας αρέσουν τα συμβούλια, αλλά αυτό μπορεί επίσης να είναι τι; μια αντίθεση συντεχνιακού χαρακτήρα. Μια αντίθεση που θα αφορά στην νομή της εξουσίας στο εσωτερικό των ιδρυμάτων αλλά δεν θα απαντάει στο ερώτημα για ποιο λόγο και γιατί. Επιτρέψτε μου επίσης να συνδέσω και τα ερωτήματα και τις ενδεχόμενες απαντήσεις που θα πρέπει όχι μόνο σήμερα αλλά αι εν κινήσει να διατυπώσουμε, με το ότι αυτή η κριτική μπορεί να μας δώσει τις δυνατότητες να ανιχνεύσουμε τις απαιτήσεις νέων συμμαχιών κι έτσι από λίγο έως πολύ να απομυθοποιηθεί η εικόνα του παλιού δημοκρατικού πανεπιστημίου και να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα, ποια; του διαταξικού στρώματος για παράδειγμα του ακαδημαϊκού προσωπικού -δεν ήταν όλο το ακαδημαϊκό προσωπικό με δημοκρατικά και προοδευτικά πρόσημα στην λειτουργία του μέσα στα ιδρύματα.

Ένα καίριο σημείο στην ιστορία των αντιστάσεων είναι η υπόθεση του άρθρου 16. Το πολιτικό μέγεθος εκείνης της νίκης φαίνεται σήμερα. Σήμερα στεκόμαστε στο πεδίο εκείνης της νίκης. Τα επινίκια του άρθρου 16, δηλαδή της αποτροπής της συνταγματικής κατοχύρωσης των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αποτελούν τον τόπο στον οποίο στεκόμαστε σήμερα και έχουμε την δυνατότητα και αντιστεκόμαστε. Ήταν η σημαντικότερη αναμέτρηση, μα όρους κοινωνικούς και όχι στενά ακαδημαϊκούς. Και ήταν η χαρακτηριστική περίπτωση οπού οι συμμαχίες γύρω από ένα στενά, ας το πούμε έτσι ακαδημαϊκό ζήτημα, βγήκαν έξω από τα όρια των ιδρυμάτων και μπόρεσαν και συγκίνησαν και κινητοποίησαν και την κοινωνία. Είναι εκείνος ο λόγος για τον οποίο σήμερα οι αντίπαλοι μας προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές εκείνης της ήττας. Και τις επουλώνουν όχι απλώς με έναν αντιδραστικό νόμο, με μια αντιμεταρρύθμιση με ισχυρό νεοφιλελεύθερο πρόσημο, οι τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα. Εκείνο που είναι σημαντικό είναι ποιο; Πώς έγιναν, πως πραγματοποιήθηκαν; η αντίσταση στη συνταγματική μεταρρύθμιση του 2006-2007 έγινε στους όρους της συμφωνημένης δημοκρατικής άσκησης της πολιτικής. Η επιβολή των τελευταίων νόμων έγινε με όρους αντιδημοκρατικής εκτροπής τον καιρό του μνημονίου και αυτό δείχνει μια διαφορετική ποιότητα στην ένταση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Ένα πρώτο λοιπόν ζήτημα, πανεπιστήμιο επιχείρηση. Θα το περιγράψω και θα προσπαθήσω να είμαι πολύ συνοπτικός στο πως αυτό πραγματοποιήθηκε, αλλά σε ποιο ζήτημα απαντάς πρώτο, που οικοδομείς τις συμμαχίες σου; Στο τι γίνεται μέσα στο πανεπιστήμιο για το ζήτημα των προγραμμάτων σπουδών, το ποιος εκλέγεται, που εκλέγεται ή στο μεγάλο δημοκρατικό ζήτημα πώς λύνονται αυτά τα θέματα, και άρα και για ποιόν και ποιόν αφορούν.

Πρώτο θέμα λοιπόν είναι η δημοκρατία. Δεύτερο, υπερασπιζόμαστε λοιπόν το παλιό. Προφανώς όχι. Ο νόμος 1268, ήταν ένας νόμος ο οποίος άλλαξε άρδήν το ακαδημαϊκό τοπίο. Πρόκειται για μία από τις λίγες μεταρρυθμίσεις της πρώτης διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ που είχαν και κοινωνικό πρόσημο και είχαν και ριζοσπαστικό χαρακτήρα, αλλά η πνοή του εκμηδενίστηκε πάρα πολύ γρήγορα. Η γρήγορη εκπνοή του ισχυρού μεταρρυθμισμού 1268, δεν οφείλεται απλώς στο ότι υπήρξε μια νωχελική εφαρμογή του στα πανεπιστήμια και άρα οι όροι των αντιθέσεων απλώς έπεσαν. Ένα δημοκρατικό πανεπιστήμιο θα μπορούσε να υπάρξει σε συνθήκες καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης με την επιθετικότητα του νεοφιλελευθερισμού; και εδώ επιτρέψτε μου να κάνω –ίσως είναι αυθαίρετες αυτές οι αναγωγές και οι συσχετισμοί, αλλά αν μιλάμε για τον μετα-φορντισμό στο πεδίο της οικονομίας και της παραγωγής δεν θα πρέπει να κάνουμε και κάποιες αναφορές στις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στην ακαδημαϊκή φυσιογνωμία του πανεπιστημίου;

Για παράδειγμα. Δεν αρκεί απλώς να λέμε ναι, να συνδεθεί με την οικονομία, και ότι το αποπειράθηκαν. Ούτε επίσης αρκεί να καταγγέλλουμε ή να διατυπώνουμε την άρνηση μας απέναντι εν γένει στον κατακερματισμό των επιστημονικών αντικειμένων και στις σχολές της τιποτολογίας. Αν υπήρξαν λοιπόν τέτοιες αλλαγές για να δούμε λοιπόν αν η ευελιξία της παραγωγής, οι νέες τεχνικές δεξιότητες και ειδικότητες που απαιτεί που συνήθως είναι υπεραπλουστευμένες, σχετίζονται με τις μειωμένες απαιτήσεις της επιστημονικής εποπτείας, όπως είχαν παλιά τα διπλώματα, αν αυτές σχετίζονται με την συμπίεση του χρόνου των σπουδών. Αν δηλαδή η λιτότητα δεν είναι ο στόχος αλλά είναι το μέσο. Αν οι τρίχρονες σπουδές και η Μπολόνια δεν είναι ο σκοπός αλλά είναι το μέσο, για να πετύχουν αυτή την μετατόπιση από το just in case του φορντισμού στο just in time, στο εφήμερο παρόν. Στην ολοκληρωτική κατάργηση της ιστορίας, και στην εμμονή σε ένα διαρκές και αέναο παρόν, το οποίο δεν έχει αύριο αλλά έχει μόνο σημερινές απαιτήσεις. Και έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η μετατόπιση των τριών διαστάσεων αυτού που εμείς ονομάζαμε μόρφωση. Ηθικοφιλοσοφική, επιστημονική και επαγγελματική.

Η μετατόπιση λοιπόν που είχαν αυτοί οι τρείς παράγοντες στο επαγγελματικό. Και όχι μόνο στην μετατόπιση προς τα εκεί αλλά και στην διόγκωσή του. Άρα και με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να εξηγήσουμε τι; και την απίστευτη μεταμοντέρνα εχθρικότητα στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, που έτσι κι αλλιώς δεν κοστίζουν πολύ αλλά δεν χωράνε σε αυτό το μοντέλο. Ένα τελευταίο σημείο. Ποιος τις πραγματοποίησε αυτές τις αλλαγές και τις αποδέχτηκε; ήταν στην μέριμνα της Αριστεράς οι αντιστάσεις αυτές; Ήταν. Έπρεπε να έρθει το άρθρο 16 για να μπορέσουμε να πάρουμε φτερά.

Αλλά υπάρχει και μια άλλη παράμετρος, αν οι αλλαγές στο πεδίο της οικονομίας και της παραγωγής σημαίνουν συμπίεση, αλλοτρίωση και διαγραφή εργασιακών δικαιωμάτων, αυτό πραγματοποιήθηκε σιωπηλά και στο πανεπιστήμιο. Την ίδια εποχή λοιπόν που είχαμε τον κατακερματισμό και τον πολλαπλασιασμό των πτυχίων και των σχολών, είχαμε και μία δυσανάλογη μεγέθυνση του ακαδημαϊκού προσωπικού, του τακτικού, του τυπικού διδακτικού προσωπικού. Την ίδια ακριβώς στιγμή, με ευθύνη του ίδιου του δημοκρατικού πανεπιστημίου εμπεδώθηκαν άτυπες και ευέλικτες σχέσεις εργασίας και διαμορφώθηκε ένα πολυπληθές στρώμα ανώνυμων διδασκόντων, που είχαν διάφορες μορφές, από τους 407, τους συμβασιούχους των ΑΕΙ, και που σήμερα μετεξελίσσεται στην χείριστη μορφή του, στην απαράδεκτη χρησιμοποίηση και χειραγώγηση των διδακτόρων, στο λεγόμενο επικουρικό διδακτικό έργο, την απλήρωτη εργασία, μέχρι τις επαίσχυντες συμβάσεις υπό τον ευφυή τίτλο “πανεπιστημιακοί υπότροφοι”.

Για να το κλείνω λοιπόν και να μην τρώω περισσότερο χρόνο. Οι αντιστάσεις που υπήρξαν ήταν σημαντικές, αλλά είναι και διδακτικές για τα άμεσα καθήκοντα μας αύριο. Θυμάμαι το παλιό σύνθημα, παλιά όταν ήμουν φοιτητής, σκαλίζαμε ένα ντουλάπι και βγήκε μια αφίσα του ΕΔΙΠΙ, θα το θυμάται η συντρόφισσα η Θεανώ, “πανεπιστήμια στην υπηρεσία του λαού και του τόπου”. Περίπου κάτι τέτοιο ελλοχεύει και ως κίνδυνος σήμερα. Να μπερδέψουμε τί; την δημοκρατική ανάταξη των πανεπιστημίων με τις αυστηρές απαιτήσεις της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Αυτό θα ήταν λάθος. Μάλλον θα πρέπει με όρους δημοκρατικής ανάταξης να επιτρέψουμε στα πανεπιστήμια να ξανααποκτήσουν την ελευθερία τους σε ότι αφορά την επιλογή διδακτικών μεθόδων, στην διατύπωση των ερευνητικών ερωτημάτων, στο να διευρύνουν την έννοια της μόρφωσης, ώστε εκεί ακριβώς και με μια τέτοια ελευθερία να μπορούν να τροφοδοτήσουν και την υπόθεση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, που όμως έχει κοινωνικό πρόσημο αφορά κοινωνικές ανάγκες. Και οι κοινωνικές ανάγκες δεν χωρούν πια σε αυτό που μάθαμε από τον νεοφιλελευθερισμό, στην αυτόματη εξίσωση η βιομηχανία χρειάζεται αυτό και εμείς θα παράξουμε αυτό. Ας δώσουμε λοιπόν εκείνη την σχετική αυτοτέλεια στα πανεπιστήμια με όρους του απροϋπόθετου και του ελεύθερου έτσι ώστε με τέτοιους όρους να μπορούν να συμβάλουν στην υπόθεση μιας μετά-νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης, εκείνης ακριβώς που θα μπορέσει να τροφοδοτήσει και την προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.