άρθρο

Αριστείδης Μπαλτάς, Ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ, πρόεδρος Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

Εισήγηση στην ημερίδα Ευρώπη και Εκπαιδευτικές πολιτικές.
Πάντειο Πανεπιστήμιο, 5 Απριλίου 2014.

Αριστείδης Μπαλτάς, Ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ, πρόεδρος Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

Θεωρώ ότι η πρωτοβουλία για αυτή την ημερίδα τη στιγμή που έρχεται είναι εξαιρετική, είναι αναγκαίο να συζητήσουμε και στο εσωτερικό της Ελλάδας αλλά και σε σχέση με τους συντρόφους απ το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς όλα τα ζητήματα παιδείας. Όχι μόνο γιατί η παιδεία είναι αυτή τη στιγμή στο στόχαστρο όλων των αντιδραστικών δυνάμεων στην κλίμακα της Ευρώπης, αλλά και γιατί αντίστροφα η παιδεία είναι κατά μια έννοια εκεί που αρχίζει η πραγματική αντίσταση, η πραγματική στόχευση των δυνάμεων της Αριστεράς ανέκαθεν.
Το ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, ινστιτούτο του Σύριζα, ως εκ της φύσεως της αν θέλετε, βλέπει τα πράγματα τα πολιτικά από μια σχετική απόσταση απ τα τρέχοντα, με τη στενή έννοια πολιτικά προβλήματα, και προσπαθεί να κατανοήσει με τις δυνάμεις του τα διακυβεύματα, τους στόχους, τις στρατηγικές και ούτω καθεξής. Με αυτήν την έννοια θα θίξω τρία ζητήματα, που ουσιαστικά είναι ένα. Είπε ο Τάσος Κουράκης πριν, τη γνωστή λέξη κλειδί της εποχής “Bologna”. Μπολόνια είναι μια συγκεκριμένη στρατηγική , η οποία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Με μια λέξη είναι το εσωτερικό της παιδείας, ήταν ως τώρα εκτός των δυνάμεων της αγοράς για λόγους που σχετίζονται με το αντικείμενο της ίδιας της έννοιας παιδεία. Αυτός ο εσωτερικός χώρος της παιδείας έπρεπε να ενταχθεί στις στοχεύσεις του κεφαλαίου, να εισέλθει το κεφάλαιο στο εσωτερικό όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, ώστε να καταστήσει εμπορεύσιμα προϊόντα όλα όσα αφορούν την καθαυτό εκπαιδευτική διαδικασία σε όλες της τις διαστάσεις.

Αυτό σημαίνει πιστοποίηση, αυτό σημαίνει αξιολόγηση, αυτό σημαίνει εναλλαξιμότητα των προϊόντων της εκπαίδευσης. Έτσι ώστε 2 ώρες μεταπτυχιακών σπουδών να αντιστοιχούν με 4 ώρες σεμιναρίων της τάδε επιχείρησης ή του οργανισμού απασχόλησης διδακτικού προσωπικού, ανεξαρτήτως περιεχομένου, ανεξαρτήτως του τι δεσμεύει και καλλιεργεί η διδακτική σχέση. Αυτός ο στόχος θίγει κάτι που από την εποχή που εφευρέθηκε η παιδεία και η εκπαίδευση, από την προϊστορία ακόμα, έμενε εκτός ανταλλακτικής δυνατότητας με τη στενή έννοια. Η διδακτική σχέση ως εκ της φύσεως της είναι σχέση που δεν είναι ανταλλάξιμη με όρους χρήματος, με όρους γενικού ισοδύναμου, με όρους που θα εξομοίωναν τα όσα συμβαίνουν στη διδακτική σχέση με όλα αυτά που συμβαίνουν στην επόμενη κοινωνία. Ο καλός δάσκαλος, από την εποχή του Πλάτωνα, μετριόταν αλλιώς έστω και αν ο Σωκράτης δεν πληρωνόταν και οι σοφιστές πληρώνονταν. Αυτό που είχε σημασία ήταν η ποιότητα του ενός ή του άλλου που ήταν το κύριο και όχι το πόσο θα έπαιρναν για να διδάξουν μια δεξιότητα. Αυτό θίγεται με το σύστημα της Bologna και συγκεκριμένα θίγεται η αναπαραγωγή της ανθρωπότητας ως διαδικασία παιδείας, ως διαδικασία καλλιέργειας, ως διαδικασία μόρφωσης. Το πρώτο σημείο είναι λοιπόν αυτό.

Το δεύτερο σημείο είναι το εξής, πάλι από πολλά χρόνια πριν και προ καπιταλισμού, τα εκπαιδευτικά συστήματα όπως νοούνταν στις διάφορες εποχές, στις διάφορες χώρες, στις διάφορες περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας, είχαν μια εσωτερική ένταση ως εκπαιδευτικά συστήματα. Ανάμεσα σε δυο κατευθύνσεις, δυο στόχους, δυο δυνάμεις που τα έσπρωχναν προς την αντίθετη πλευρά. Η μια μεριά ήταν επαρκής παιδεία, καλή παιδεία. Η άλλη μεριά ήταν πλατιά διαδεδομένη παιδεία, δημοκρατική παιδεία, παιδεία για όλους. Η εικόνα είναι στην κοινή πρόσληψη, ότι αυτοί οι δυο στόχοι είναι αντιφατικοί, καθώς οι άνθρωποι είναι άνισοι μεταξύ τους, κάποιοι είναι πιο ταλαντούχοι και άλλοι λιγότερο, κάποιοι είναι περισσότερο ικανοί και άλλοι λιγότερο. Ανάλογα με αυτές τις «ικανότητες» διαμορφώνονται βαθμίδες εκπαίδευσης για να πας απ τη μια στην άλλη χρειάζεται κανείς ειδικές ικανότητες. Επομένως είναι στη φύση του ανθρώπου αυτού του τύπου η ανισότητα, όσον αφορά την κατανομή των γνώσεων και της καλλιέργειας στους ανθρώπους. Η άλλη τάση ξεκινάει ανάποδα, λέει ότι δεν είναι έτσι, στη φύση του ανθρώπου, «ο άνθρωπος θέλει απ τη φύση του να μάθει», απ το ίδιο γεγονός ότι μιλάει γλώσσα μπορεί να μάθει το οτιδήποτε. Άρα στη φύση του ανθρώπου είναι η πλατιά δημοκρατική εκπαίδευση για όλους, υπό τους ίδιους όρους και ούτω καθεξής.

Οι δυο αυτές τάσεις εμφανίζονται ως αντιφατικές και ανέκαθεν στόχος της αριστεράς είναι να άρει αυτήν την αντίφαση σε όρους στρατηγικής. Διότι δεν είναι δυνατόν εδώ και τώρα κάτι που είναι εμπεδωμένο από την εποχή των ιερογλυφικών και των μανδαρίνων που είχαν τη γνώση ως δική τους αποκλειστική απασχόληση, αυτού του είδους η αντίθεση είναι σε τελευταία ανάλυση αντίθεση πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, σύμφυτη αντίθεση με την εκμετάλλευση να τελειώνει με διατάγματα εδώ και τώρα με όρους τακτικής, άρα είναι στρατηγικό το ερώτημα. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής ο ισχυρισμός του Σύριζα, ως πολιτική δύναμη της αριστεράς και όπως θα αποτυπωθεί απ το πολιτικό πρόγραμμα του Σύριζα, θα φανεί ότι αυτοί οι δύο στόχοι δεν είναι εγγενώς αντιφατικοί.

Θα φανεί διότι εκεί που συνδέονται όλα είναι αυτή καθαυτή η διδακτική σχέση, για λόγους ιστορικούς, για λόγους που είναι συνδεδεμένοι με τις επιθέσεις που δέχεται ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα όχι μόνο απο την παρούσα κυβέρνηση και από όλες τις προηγούμενες. Οι δυνάμεις οι συνδικαλιστικές και οι πολιτικές του εκπαιδευτικού συστήματος, δεν είχαν την <<πολυτέλεια>> να μελετήσουν και να αναδείξουν του τι εστί διδακτική σχέση. Από τη διδακτική σχέση αρχίζουν όλα, η διδακτική σχέση είναι στο στόχαστρο της επίθεσης του νεοφιλελευθερισμού, η διδακτική σχέση μπορεί να αποδείξει ότι όλα τα παιδιά έχουν ικανότητες προς γνώση και μόρφωση και η διδακτική σχέση είναι εκείνη που μπορεί να φτιάξει ένα καλύτερο σχολείο και γιατί όχι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα μπορεί να διεκδικεί πολύ σημαντικά πράγματα, συμβατικά ένα βραβείο Νόμπελ ή κάτι σχετικό. Επίκεντρο των πάντων και επίκεντρο της ίδιας της διαδικασίας της εκπαίδευσης είναι η διδακτική σχέση.

Επομένως χρειάζεται σε ένα πλαίσιο, όχι αναγκαστικά συνδικαλιστικό ή άμεσων πολιτικών διεκδικήσεων, να αναλυθεί στις διαστάσεις της η εκπαιδευτική σχέση ως εξής. Η διδακτική σχέση οφείλει να στηρίζεται στην κλίση των μαθητών, καθώς δεν υπάρχει μαθητής ή μαθήτρια που δεν έχει κάποια κλίση, χωρίς κάποια δυνατότητα να εκφράσει ταλέντα. Η διδακτική σχέση λοιπόν, προσπαθώντας να αναδείξει την κλίση του κάθε μαθητή και μαθήτριας, να αναδείξει τα ταλέντα, κατά κανόνα στον πληθυντικό, στο πλαίσιο μιας συλλογικής διαδικασίας που είναι η διδασκαλία σε μια τάξη.

Σημείο δεύτερο, η διδακτική σχέση είναι σχέση αμοιβαίας διδασκαλίας και όσο κι αν μοιάζει ρομαντικό, χωρίς να υπαινίσσομαι εύκολες διατυπώσεις του είδους το «αντιαυταρχικό σχολείο» και άλλα σχετικά. Είναι αμοιβαίας διδασκαλίας διότι κάθε παιδί με την απορία του δείχνει όσο κι αν φαίνεται αφελής η απορία, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, ενέχει δυνατότητες και περιέργειες που πολύ συχνά ξεπερνούν το δάσκαλο και ο δάσκαλος αναγκάζεται να πει «άστα παιδί μου αυτά, δεν είναι για μας εδώ» .Κατά συνέπεια ο δάσκαλος μαθαίνει από τα παιδιά περισσότερες φορές από ότι μαθαίνουν τα παιδιά από το δάσκαλο.

Τρίτον, είναι σχέση αμοιβαίου σεβασμού, διότι ο δάσκαλος μέσα στην τάξη είναι περίοπτος, δύσκολα κρύβει τα ελαττώματα του από τα παιδιά, ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Ο δάσκαλος εκτίθεται και τα παιδιά με τη σειρά τους εκτίθενται το καθένα ξεχωριστά όταν τους απευθύνει ερωτήσεις ο δάσκαλος. Αυτός που κυρίως εκτίθεται είναι ο δάσκαλος και μόνο αν ο δάσκαλος καλλιεργεί ο ίδιος το σεβασμό σε κάθε παιδί ξεχωριστά, σε σέβομαι δηλαδή για αυτό που είσαι, από εκεί που προέρχεσαι, αυτό που θες να κάνεις και η δική μου δουλειά είναι να σε βοηθήσω, σε σέβομαι λοιπόν. Τότε και το παιδί θα σεβαστεί το δάσκαλο, ενώ οι δυσκολίες στην τάξη ανακύπτουν όταν ο δάσκαλος δε σέβεται όπως θα έπρεπε τα παιδιά ένα ένα χωριστά και όλα μαζί μέσα στην τάξη. Η πειθαρχία λοιπόν, προκύπτει ως ταυτόσημη με αυτή την έννοια σεβασμού, καθώς αν υπάρχει σεβασμός δεν υπάρχει ερώτημα πειθαρχίας. Όλα αυτά από την άλλη, που μας βομβαρδίζουν, «τι φριχτή που είναι η νεολαία», «πόσο καταστρέφει τα πανεπιστήμια» και ούτω καθεξής.

Αν το ψάξουμε θα διαπιστώσουμε ότι οφείλονται όχι στην υπερεπαναστατικότητα ή την ανευθυνότητα των νέων, αλλά οφείλονται ότι η ίδια η τάξη και ο ίδιος ο θεσμός δεν σέβεται όπως θα έπρεπε τον κάθε μαθητή και την κάθε μαθήτρια χωριστά είτε στο επίπεδο της ίδιας της τάξης, είτε στο επίπεδο του όλου θεσμού. Ολοκληρώνω συνδέοντας κάπως αυτά τα ζητήματα με το συνδικαλιστικό και πολιτικό πρόσταγμα των καιρών. Τι σημαίνει αξιολόγηση? Τι σημαίνει αυταρχισμός στην εκπαίδευση? Τι σημαίνει επίθεση στην παιδεία, επειδή υπάρχουν φαινόμενα, σαν αυτά που περιέγραψα και όπως αυτά τα παρουσιάζουν τα ΜΜΕ.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι το νέο σχολείο οφείλει να είναι το γραφειοκρατικά απολύτως πειθαρχημένο σχολείο, το σχολείο εκείνο που θα στερεί τη διδακτική σχέση από τις δυνατότητές της προς δημοκρατική, πλατιά και ποιοτική μόρφωση των πάντων ώστε όλη η διαδικασία στο σχολείο να ευνοεί, οιονεί αυτόματα, τους ήδη ευνοημένους. Δηλαδή όλη η γραφειοκρατική διαδικασία από την πρώτη γραμμή της αξιολόγησης μέχρι την τελευταία διάταξη του εκάστοτε νομοσχεδίου, στη βάση μιας ιδεολογίας που λέει κανόνες νομικοί, κανόνες που θα ρυθμίζουν το οτιδήποτε, είναι να αναγάγει αυτού του τύπου τη γραφειοκρατία σε εκείνο το θεσμό που θα πατάσσει οτιδήποτε ξεφεύγει από τη νόρμα. Τη νόρμα συγκεκριμένα των ευνοημένων, διότι ο ήδη ευνοημένος είτε οικονομικά, είτε κοινωνικά, στο επίπεδο της οικογένειας, της κοινωνίας και τα λοιπά, μπορεί να ανταποκρίνεται σε οποιαδήποτε γραφειοκρατία, ιδίως αν αυτή η γραφειοκρατία είναι φτιαγμένη για να τον ευνοεί.

Άρα με αυτή την έννοια, ο στόχος μας σε σχέση με ολόκληρη την επίθεση που υφίσταται η παιδεία στο σύνολο της, είναι να ζωντανέψει τη σχέση διδάσκοντα-διδασκόμενου ενάντια σε όλες αυτές τις μορφές γραφειοκρατικοποίησης, να αναδείξει τις κλίσεις και τα ταλέντα ενάντια σε όλες τις προσπάθειες να συρρικνωθούν και να εξαφανιστούν, διότι μόνο υπό αυτή την έννοια μπορεί η γνώση να γίνει αυτό που είναι. Δηλαδή πραγματική δύναμη κριτικής, πραγματική δύναμη κοινωνικής αλλαγής. Ευχαριστώ.