άρθρο

Έθνος και Αριστερά: μια ιστορία από παλιά

29 Ιανουαρίου 2014, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Στο πλαίσιο της σειράς εκδηλώσεων που διοργανώνουν από κοινού το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) υπό τον τίτλο «Γιατί αλλάζει ο κόσμος; Η Αριστερά στον 20ο αιώνα: στρατηγικές επιλογές και ιστορικές συγκυρίες», πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου στο κτίριο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών η πρώτη συνάντηση με θέμα «Το εθνικό ζήτημα στην ευρωπαϊκή Αριστερά και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος: Ο Λένιν, η Ρόζα, οι αυστρομαρξιστές και ο Στάλιν».

Την εκδήλωση άνοιξαν με χαιρετισμούς οι Χάρης Γολέμης, διευθυντής του ΙΝΠ και Βαγγέλης Καραμανωλάκης, γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου των ΑΣΚΙ. Κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης ήταν ο Βάλτερ Μπάγερ, συντονιστής του δικτύου transform!, ενώ το σχολιασμό ανέλαβε ο αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας του Παντείου πανεπιστημίου Γρηγόρης Ανανιάδης. Τη συζήτηση συντόνισε ο Κύρκος Δοξιαδής, καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο Βάλτερ Μπάγερ ξεκίνησε την ομιλία του με δύο εισαγωγικές επισημάνσεις. Η πρώτη αφορούσε τον αυστριακό κομμουνισμό, ο οποίος, σύμφωνα με τον Μπάγερ, ενώ στις καλές εκδοχές του υπήρξε ο «νόμιμος» κληρονόμος του αυστρομαρξισμού, τη δεκαετία του 1970 υποκύπτοντας σε έναν σταλινικής κοπής δογματισμό απέτυχε για μια μακρά περίοδο να αναδείξει την γονιμότητα αυτής της κληρονομιάς. Η δεύτερη επισήμανση σχετίζονταν με την επικαιρότητα του θέματος της εκδήλωσης, η οποία κατά τον ομιλητή γίνεται εύκολα εμφανής αν συνυπολογίσουμε τις διακριτές προσεγγίσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της Αριστεράς για το θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι διαφορετικές αυτές απόψεις αποδεικνύουν ότι το εθνικό ζήτημα δεν αφορά ξεπερασμένες θεωρίες αλλά αντίθετα τις πιθανές λύσεις που υπάρχουν πάνω σε κρίσιμα και υπαρκτά προβλήματα.

Στη συνέχεια της ομιλίας του ο Μπάγερ έκανε μια σύντομη αναφορά στα δύο βιβλία που έκαναν την εμφάνισή τους στη δεκαετία του 1990 (Φυλή, έθνος, τάξη: οι διφορούμενες ταυτότητες, Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ιμμανουέλ Βαλλερστάιν, μτφ. Άγγελος Ελεφάντης, Ελένη Καλαφάτη, Ο Πολίτης, 1991 και Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα: Πρόγραμμα, μύθος, πραγματικότητα, Ερικ Χόμπσμπάουμ, Καρδαμίτσα, 1994) και τα οποία ακόμη και σήμερα είναι σημεία αναφοράς στον διάλογο για το έθνος. Ο ομιλητής έπιασε το νήμα της υπόθεσης των σχέσεων της Αριστεράς με το έθνος από την περίοδο της υποτιμημένης κατά τον Χόμπσμπάουμ θεωρητικής διαμάχης των μαρξιστών της Δεύτερης Διεθνούς σχετικά με το εθνικό ζήτημα.

Ο Μπάγερ ξεκινώντας από τη διαμάχη της Λούξεμπουργκ και του Λένιν σχετικά με το πολωνικό ζήτημα προσπάθησε να καταδείξει τις προβληματικές που προέκυπταν στο θεωρητικό σχήμα της Λούξεμπουργκ από τον ανελαστικό ταξικό αναγωγισμό με τον οποίο προσέγγιζε το ζήτημα σε αντίθεση με τις θεωρητικές επεξεργασίες του Λένιν που χωρίς να τάσσεσαι άκριτα υπέρ κάθε είδους εθνικής ανεξαρτησίας αντιλαμβανόταν το έθνος κράτος ως πεδίο ταξικής πάλης. Στη συνέχεια ο ομιλητής αναφέρθηκε και στην προσέγγιση του Στάλιν στο ζήτημα, ο οποίος επιχείρησε να ορίσει το έθνος και μάλιστα με τρόπο που αδυνατούσε να συμπεριλάβει την πληθώρα των αντιφάσεων. Τέλος, ο Μπάγερ έκλεισε την ιστορική περιήγησή του με μια εκτενή αναφορά στη συμβολή των Αυστρομαρξιστών και του Όττο Μπάουερ που προσπάθησαν να εκπονήσουν ένα δημοκρατικό πρόγραμμα που να χωράει και την έννοια του έθνους.

Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα χαρτογράφηση των προσεγγίσεων των μαρξιστών θεωρητικών γύρω από τις προβληματικές που συνοδεύουν την έννοια του έθνους που επιχείρησε ο Μπάγερ φώτισε την πλούσια διανοητική κληρονομιά της Αριστεράς πάνω στο ζήτημα. Ωστόσο, όπως και ο ίδιος ο ομιλητής διευκρίνισε δεν θα πρέπει σε αυτήν την κληρονομιά να ψάχνουμε για έτοιμες συνταγές στα σημερινά προβλήματα αλλά να αναζητούμε σε αυτήν την όξυνση της πολιτικής αίσθησης των δυνατοτήτων που ανοίγονται μπροστά μας.

Ο Μπάγερ έκλεισε την ομιλία του επισημαίνοντας την αναγκαιότητα η Αριστερά να βάλει μπρος ένα δημοκρατικό και σύγχρονο πρόγραμμα για την συνύπαρξη εθνών και εθνοτήτων, νέων και παλιών μειονοτήτων στην Ευρώπη, πρόγραμμα που για τον ομιλητή είναι συνώνυμο ενός σχεδίου ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Γρηγόρης Ανανιάδης, ο οποίος ξεκίνησε τον σχολιασμό του τονίζοντας την απόλυτη συμφωνία του με το πνεύμα της εισήγησης του Μπάγερ και επισημαίνοντας το παράδοξο γεγονός ότι την κληρονομιά των αυστρομαρξιστών σήμερα τη διεκδικεί το κομμουνιστικό κόμμα της Αυστρίας και όχι το σοσιαλιστικό.

Σύμφωνα με τον Ανανιάδη τα ζητήματα που σχετίζονται με την έννοια έθνος, όπως η εθνική ταυτότητα, η εθνική ιδεολογία, ο εθνικισμός κοκ, είναι κατά κάποιον τρόπο η σκοτεινή κηλίδα του μαρξισμού, καθώς οι οικονομικώς ντετερμινιστικές εκδοχές της μαρξιστικής θεωρίας τοποθετούν το εθνικό ζήτημα αποκλειστικά στο πεδίο του εποικοδομήματος, αναδεικνύοντας το έθνος σε λειτουργικό προαπαιτούμενο της διεύρυνσης της αγοράς της συγκρότησης, της διαμόρφωσης και της αναπαραγωγής του καπιταλισμού. Τομή σε αυτή τη θεωρητική σύμβαση, κατά τον ομιλητή, υπήρξαν οι επεξεργασίες του Λένιν, ο οποίος συγκρουόμενος με τον οικονομισμό της Δεύτερης Διεθνούς βάζει ξανά την πολιτική στο επίκεντρο και αντιλαμβάνεται την ευκαιρία να μετατρέψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε ταξικό εκμεταλλευόμενος τις αντιφάσεις του εθνικισμού.

Στη συνέχεια ο ομιλητής επιστρέφοντας στους αυστρομαρξιστές και συγκεκριμένα στον Όττο Μπάουερ ανέδειξε το εγχείρημά τους ως μια προσπάθεια εφαρμογής του μαρξισμού στη διερεύνηση του εθνικού ζητήματος, προσπάθεια που κατέληξε στη συγκρότηση ενός νέου αντικειμένου έρευνας. Ο Ανανιάδης τόνισε το γεγονός ότι ο Μπάουερ συνειδητά δεν αναπτύσσει μια θεωρία για το έθνος αλλά αντίθετα ενδιαφέρεται για τον τρόπο συγκρότησης των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων εκκινώντας από την παραδοχή ότι δεν υπάρχει κανένα αντικειμενικό κριτήριο που να αποδεικνύει ότι η εθνική συνιστώσα βαραίνει λιγότερο στη συγκρότηση της ταυτότητας από την ταξική συνιστώσα ή την θρησκευτική. Ως εκ τούτου, ο Μπάουερ αντιλαμβάνεται τη συγκρότηση του ατόμου, της ταυτότητας του ανθρώπου και από εκεί και την συγκρότηση των συλλογικών οντοτήτων ως διαδικασία σχεσιακή. Και αυτό είναι, σύμφωνα με τον Ανανιάδη, το πρίσμα υπό το οποίο εξετάζει και το έθνος για να περιγράψει τελικά τον εθνικό χαρακτήρα, έννοια πλήρως απαλλαγμένη από μεταφυσικές συνδηλώσεις, ως ένα πολιτισμικό φαινόμενο.

Ο Ανανιάδης έκλεισε τον σχολιασμό του εστιάζοντας στη συναρθρωτική λογική που προκύπτει από το έργο του Μπάουερ και η οποία υποκαθιστά τη λογική της δομικής αναγκαιότητας. Έτσι μέσα από αυτή τη θεωρητική διαδρομή επιτυγχάνει να θεματοποιήσει τη σχέση του σοσιαλισμού υπό τους όρους μιας διπλής συνάρθρωσης: της συνάρθρωσης και με την δημοκρατία και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Για τον Ανανιάδη αυτή η συναρθρωτική προσέγγιση των κοινωνικών φαινομένων είναι στοιχείο εξαιρετικά κρίσιμο καθώς μέσω αυτής ο Μπάουερ καταπολεμά τον ταξικό αναγωγισμό και αποδομεί ταυτόχρονα την ουσιοκρατική προσέγγιση τόσο του έθνους όσο και της έννοιας της τάξης αφού συνδεόμενοι οι δύο όροι δεν παραμένουν ίδιοι αλλά αλλάζουν ουσιωδώς.

Το τέλος των ομιλιών ακολούθησε διάλογος με το κοινό πάνω σε ζητήματα που αφορούσαν τόσο τις θεωρητικές επεξεργασίες των διανοητών για τους οποίους έκαναν λόγο οι ομιλητές όσο και τις πρακτικές προεκτάσεις των επεξεργασιών αυτών στο σήμερα.

Όλες οι ομιλίες βρίσκονται στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς.

Ντετιόν Γκοτσάι